Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

ο "πολιτισμός" του ηλεκτρικού ρεύματος

Ζέστη αφόρητη, πλην όμως καλοκαίρι είναι, δεν φαντάζει ως κάτι το περίεργο. Ζέστη έκανε και παλιά, δεν είναι "προνόμιο" μόνο της εποχής κλιματικής αλλαγής. Την οποία έφερε (και) ο "πολιτισμός" του ηλεκτρικού ρεύματος, που αντικατέστησε τους φυσικούς τρόπους και τις (σχετικά) αθώες περιβαλλοντικά ανθρώπινες επινοήσεις.
Ηλεκτρικά ψυγεία δεν υπήρχαν μέχρι και τη δεκαετία του 1960 περίπου. Αλλά εδώ που τα λέμε... τι να βάλεις εκείνη την εποχή στο ψυγείο; Το τυρί ήταν στο δοχείο του αλατισμένο κάργα και σε τυρόγαλο για να μην αλλοιωθεί. Το παστό παρομοίως στους τενεκέδες και τα αγγεία, δεν πάθαινε τίποτε αν... κατάφερνε να φθάσει στο καλοκαίρι, συνήθως έμεναν οι τσιγαρίδες.
Τα αυγά από την παραγωγή στην κατανάλωση, ο κόκκορας όταν υπήρχε σύναξη και δεν έμενε κόκκαλο, τα αρνοκάτσικα σε γλέντια γιορτινά και γάμων που εξαφανίζονταν εν ριπή οφθαλμού. Για το ψωμί δεν το συζητάμε, διπλωμένο με πανί και χωρίς συντηρητικά, κράταγε μέρες και μέρες. Φαγητό... που να περισσέψει για την επομένη, άντε να ξέμενε... μισή μερίδα που δεν πεταγόταν φυσικά.Για τα περισσεύματα είχε επινοηθεί το φανάρι: Ενα "κουτί" με τσίγκινο σκελετό (για να είναι ελαφρύ) και πολύ ψιλή σίτα (για να μην περνούν ζωΰφια) και ένα-δυό ράφια για να τοποθετούνται τα πιάτα. Κρεμασμένο σε σημείο που δεν το έπιανε ο ήλιος και είχε εν δυνάμει αεράκι, πολλές φορές έξω από το σπίτι. Ενα πιάτο φαΐ, τεμαχισμένο ψωμί και ο,τιδήποτε μπορούσε να διατηρηθεί για μια μέρα.Μετά στις πόλεις ήρθε το ψυγείο πάγου αλλά στα χωριά παρέμειναν τα φανάρια, που να φτάσει ο πάγος... νερό θα γινόταν. Τα οικιακά ψυγεία πάγου ήταν... ξύλινα έπιπλα. Με εσωτερική επένδυση από τσίγκο για να διατηρείται η θερμοκρασία όσο γινόταν χαμηλά. Στο πάνω μέρος υπήρχε μια μικρή δεξαμενή που έβαζαν νερό και μια βρυσούλα για να το παίρνουμε παγωμένο καθώς ο μισός χώρος ήταν η δεξαμενή και στον άλλο μισό έμπαινε ο πάγος τυλιγμένος στη λινάτσα που καθυστερούσε το λιώσιμο. Στον κυρίως χώρο που διέθετε μια πόρτα η οποία ασφάλιζε ερμητικά για να μην χάνεται η χαμηλή θερμοκρασία, τοποθετούνταν τα τρόφιμα που μπορούσαν πλέον να μένουν περισσότερο από μια ημέρα. Και από κάτω σε ένα συρτάρι κατέληγε το νερό από τον πάγο που έλιωνε (αυτόματη... απόψυξη) και απομακρυνόταν με μια βρυσούλα.Ο πάγος έφτανε την καθορισμένη ώρα και ο "παγωτατζής" είχε πελατολόγιο, γνώριζε ποιός παίρνει και πόσο πάγο, Πάνω στο κάρο φορτωμένες παγοκολώνες που τις τραβούσε με ένα σιδερένιο γάντζο. Τις έκοβε με μια "μαχαίρα-πριόνι" στα τέσσερα, τόσο χωρούσε προκαθορισμένα το κάθε οικιακό ψυγείο. γινότγαν ένα πανηγύρι, καβαλάγαμε από πίσω και παίρναμε τα τρίμματα να τα γλύψουμε, κάτι σαν παγωτό. Στεκόταν στο προκαθορισμένο σημείο και έσπευδαν οι πελάτες να παραλάβουν τον πάγο και να τον τυλίξουν στη λινάτσα, που να τον πας 50 και 100 μέτρα με γυμνά χέρια.Κυκλοφορούσαμε όμως με γυμνά... πόδια, η ξυπολισιά ήταν ευτυχία, την... απολαμβάνω και σήμερα. Προσέχοντας να μην συμβεί το τραγικό που έζησα πιτσιρικάς, μαθητής του δημοτικού. Μέναμε στου Μουτρουζάνου, κοντά στην Καπετάν Κρόμα και την Πανηγυρίστρα. Εφτασε το κάρο με τον πάγο και ο πατέρας μου κατέβηκε να τον παραλάβει καθώς είχε ξυπνήσει πρωί για να πάει στη δουλειά. Και κατά πως περπατούσε ξυπόλητος, πάτησε έναν σκούρκο που κειτόταν... ξάπλα. Εβαλε τον πάγο στο ψυγείο και πήγε στον καμπινέ του χαράπατου για να ξυριστεί. Και ακούστηκε ένας γδούπος, έτρεξε η μάνα μου και τον βρήκε λιπόθυμο και σωρισμένο. Βάλαμε τις φωνές, ήρθαν οι γείτονες και βοήθησαν να σηκωθεί, έμενα με έστειλαν να πάω τρέχοντας στο γιατρό. Πέρασα από του Σώκου και ένα οικόπεδο που έβαζε ο Μουτρουζάνος πατάτες, πήδησα μια μάντρα που το χώριζε από το μπακάλικο του Κουτρουμπούχου και βολίδα στο γιατρό τον Αλεβίζο στη Μουλαβασίλη, λίγο πιο πάνω από τη μάντρα. Τον βρήκα στο γραφείο του (ισόγειο του σπιτιού που έμενε, αν θυμάμαι καλά είχε ένα, δυό σκαλάκια που κατέβαινε), του είπα τι έγινε (που να ξέρω για το σκούρκο, το διηγήθηκε όταν συνήλθε ο πατέρας), "μυρίστηκε" από διαίσθηση τι συμβαίνει καθώς του είπα ότι είχε πρηστεί και έτρεξε στο σπίτι πηδώντας τις μάντρες με την ένεση. Και κάπως έτσι γλύτωσε ο πατέρας μου από το αλλλεργικό σοκ.
Με περιπέτειες μερικές φορές, κάπως έτσι εξασφαλιζόταν η... δροσιά, αιρ κοντίσιον και ανεμιστήρες δεν χρειάζονταν, έμπαινε ο αέρας από παντού στα σπίτια. Και εδώ που τα λέμε στο Νησί έφθανε ακόμη η αύρα της θάλασσας.
Καρπούζια μαύρα (Αστακού μου φαίνεται τα λέγανε) και "παλληκαράκια" (πεντανόστιμα μικρά πεπόνια) στο ψυγείο του πάγου ήταν το... παγωτό μας (στα χωριά πάγωναν στα κεφαλάρια), άντε και κανά χωνάκι από.. περιοδεύοντα τροχήλατο παγωτατζή. Συνήθως όμως και εφόσον υπήρχαν οι απαραίτητες δεκάρες, προτιμούσαμε τα ζαχαροπλαστεία σε απόσταση πεζού.
Που να καταλάβουμε τότε... καύσωνα και μάλιστα καθηλωμένοι τις ώρες "κοινής ησυχίας" στο κρεβάτι καθόσον οι υπόλοιποι και η γειτονιά θα έπρεπε να κοιμηθούν και δεν... το διαπραγματεύονταν άνευ του σχετικού... βιαίου φρονηματισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου