Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Χαρακτηρισμός Προσώπων Οδύσσειας


Της Εύης Θεοδωροπούλου

Η Οδύσσεια είναι ένα πλούσιο λογοτεχνικό διήγημα με πολλούς και διαφορετικούς ήρωες . Κάποιοι από τους ήρωες αυτούς παρουσιάζονται καλοί , αγαθοί και συμπαθείς προς τους αναγνώστες , ενώ άλλοι φαίνονται ύπουλοι , πονηροί και κακοί .
Μία από τις ηρωίδες της Οδύσσειας που σου κινεί το ενδιαφέρον και σε εντυπωσιάζει είναι η θεά Αθηνά . Η Αθηνά διακρίνεται για το θάρρος και την ανδρεία της , διότι δεν δείλιασε να προκαλέσει την οργή παντοδύναμου θεού Δία , για την εξυπνάδα της και τη γνώση , αφού πήγε και παρουσιάστηκε στον Τηλέμαχο ως ένας φίλος και όχι σαν μια πραγματική θεά για να καταφέρει να τον πλησιάσει , έτσι ώστε να τον << ξυπνήσει >> και να τον κάνει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του . Ακόμη , η Αθηνά διακρίνεται για την ευσπλαχνία της και την καλή της καρδιά , μιας και κάνει τα αδύνατα δυνατά για να γυρίσει ο Οδυσσέας στην πατρίδα του , την Ιθάκη για να γλιτώσει από την Καλυψώ , όμως ακόμη τον βοηθάει και στο να εκτελέσει με επιτυχία το σχέδιο εξόντωσης των μνηστήρων . Έτσι καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε σε όλη την περιπέτεια του Οδυσσέα και πόσο πολύ βοήθησε όλη την κατάσταση .

Ένας άλλος ήρωας του ομηρικού έπους , ο οποίος σου κινεί τον θαυμασμό είναι ο νεαρός Τηλέμαχος . Αν και αρχικά τον βλέπουμε να δειλιάζει και να φοβάται τους μνηστήρες , αλλά και να ετοιμάζεται να τα παρατήσει , μετά από τα λόγια και την παρότρυνση της Αθηνάς , φαίνεται πιο αποφασισμένος και με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απ’ ότι πριν . Παρουσιάζεται πολύ θαρραλέος και γενναίος , διότι δείχνει στους μνηστήρες ποιος είναι ο πραγματικός << κύριος >> του σπιτιού , τώρα που δεν είναι εκεί ο Οδυσσέας και ακόμη δεν δειλιάζει να μιλήσει πολύ άσχημα και απότομα στην μητέρα του , την Πηνελόπη με σκοπό να της αποδείξει πως έχει πλέον μεγαλώσει και δεν είναι παιδί . Επιπλέον , φαίνεται έτοιμος , αποφασισμένος και πεπεισμένος με την ελπίδα πως θα κατορθώσει να βρει τον πατέρα του και γι’ αυτό το λόγο άρχισε να κάνει ταξίδια σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας και σε όλους τους ισχυρούς βασιλιάδες που έλαβαν μέρος στον πόλεμο της Τροίας μαζί με τον Οδυσσέα , ελπίζοντας πως θα είχαν να του αναφέρουν κάτι σχετικά με τον πατέρα του και την εξαφάνιση του . Έπειτα , θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στο ότι με την πρώτη ευκαιρία που δόθηκε στον Τηλέμαχο , εκείνος έδιωξε τους μνηστήρες από το σπίτι του και χωρίς φόβο τους μίλησε σε πολύ απότομο και κοφτό τόνο , δείχνοντας τους πως δεν σήκωνε άλλη κουβέντα . Με αυτόν τον τρόπο φανερώνεται η ραγδαία αλλαγή του Τηλέμαχου που από ένα μικρό και φοβισμένο παιδί , γίνεται ένας ανδρείος και γενναίος άνδρας , έτοιμος να αναλάβει όλα τα βάρη της οικογενείας του . Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένας πολύ ευαίσθητος και εύθραυστος χαρακτήρας , επειδή δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα συναισθήματα του , αντικρίζοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τον πατέρα του . Συμπληρωματικά , αξιοσημείωτο είναι το γεγονός που φανερώνεται πιο πολύ από κάθε άλλη φορά η γενναιότητα και η αντρειοσύνη του Τηλέμαχου και δεν είναι άλλο από τον φόνο των μνηστήρων σε συνεργασία με τον πατέρα του . Με αυτές τις λίγες αναφορές στον χαρακτήρα του Τηλέμαχου καταλαβαίνουμε πως ήταν ένα πρόσωπο που έπαιξε σημαντικό και σπουδαίο ρόλο στην ροή των γεγονότων της Οδύσσειας.
Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω παραδείγματα, στην Οδύσσεια υπήρχαν πολλοί σπουδαίοι και αξιέπαινοι χαρακτήρες που από την πρώτη στιγμή κέρδισαν τον θαυμασμό και την συμπάθεια μας . Ωστόσο υπήρχαν και κάποιοι άλλοι ήρωες , οι οποίοι δεν ήταν και τόσο συμπαθείς και αυτό το πετύχαιναν με τις πράξεις τους και με τα λόγια τους .
Μία από τις ηρωίδες της Οδύσσειας , την οποία δεν μπορούμε να πούμε πως συμπαθούμε ή θαυμάζουμε είναι η νεράιδα Καλυψώ . Από την πρώτη κιόλας στιγμή φανερώνει πόσο πολύ εγωίστρια και κτητική είναι με την συμπεριφορά και τη στάση που κρατά απέναντι στον Οδυσσέα και δεν τον αφήνει να φύγει από το νησί της , την Ωγυγία . Αναγκάζει τον Οδυσσέα να μοιράζεται την ίδια του τη ζωή μαζί της και τον φτάνει σε σημείο να καταφεύγει κάθε μέρα στην ακτή και να κλαίει , αγναντεύοντας με λαχτάρα και νοσταλγία το πέλαγος . Επιπλέον , δείχνει ασέβεια προς τους ανώτερους θεούς από αυτήν , αφού στη αρχή αρνείται με ένα άσχημο ξέσπασμα να εκτελέσει την δεδομένη εντολή τους και στην συνέχεια , αν και λέει πως θα υπακούσει στην εντολή τους , δεν δείχνει έτοιμη να καταθέσει τα όπλα τόσο εύκολα . Στη συνέχεια , όταν ανακοινώνει στον Οδυσσέα την εντολή των θεών πως εκείνος πρέπει να φύγει , δεν του αποκαλύπτει πως είναι απόφαση των θεών αλλά υποκρίνεται πως είναι δική της απόφαση και πρωτοβουλία να τον αφήσει να φύγει και να επιστρέψει στην πατρίδα του και στην οικογένεια του , προσπαθώντας να τον συγκινήσει και να του αλλάξει γνώμη . Επιπλέον , με δόλιο τρόπο προσπαθεί να κρατήσει κοντά της τον Οδυσσέα συγκρίνοντας την δική της θεία ομορφιά με την ομορφιά της Πηνελόπης και όλα τα καλά που θα του προσέφερε η παραμονή του στο νησί της , όπως το να μένει σε ένα πανέμορφο νησί αντί να επιστρέψει στον γιδότοπο της Ιθάκης , να παραμείνει για πάντα αθάνατος και αγέραστος σε αντίθεση με το να γεράσει και να πεθάνει και τέλος να έχει πάντα στο πλευρό του μια πανέμορφη θεά , που η ομορφιά της αγγίζει τα όρια της τελειότητας , αντί την θνητή Πηνελόπη . Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πόσο πονηρή και ύπουλη ήταν η Καλυψώ .
Εκτός από την Καλυψώ υπήρχαν και κάποιοι άλλοι ήρωες οι οποίοι προκάλεσαν αμέσως την αντιπάθεια και τον χλευασμό μας.
Οι επικαλούμενοι μνηστήρες της Πηνελόπης ήταν πολύ εγωκεντρικοί και απολίτιστοι χαρακτήρες, αφού ρήμαζαν και κατέστρεφαν ξένη περιουσία, χωρίς να σκέφτονται τις δραματικές επιπτώσεις που μπορεί να είχε αυτό εις βάρος τους. Έσφαζαν βόδια και πρόβατα. Ισοπέδωναν τα υπάρχοντα του βασιλείου του Οδυσσέα και σχεδίαζαν τον τρόπο που θα σκότωναν τον Τηλέμαχο μόλις επέστρεφε από το ταξίδι του για την αναζήτηση του πατέρα του. Φημίζονταν ότι ήταν οι αριστοκράτες της περιοχής, αλλά στην πραγματικότητα ήταν βάρβαροι και αμόρφωτοι, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς επάνω τους , με απώτερο σκοπό να παντρευτούν την Πηνελόπη και να γίνουν βασιλιάδες της Ιθάκης. Κακομεταχειρίστηκαν ξένους υπηρέτες και δε σεβάστηκαν ούτε το γεγονός πως κάποιος ξένος ήταν στο παλάτι , στο σημείο όπου εμφανίστηκε η Αθηνά ως Μέντης. Το καλύτερο μάθημα που πήραν ήταν όταν ο Οδυσσέας σε συνεργασία με τον Τηλέμαχο τους σκότωσαν όλους δείχνοντας τους ότι οι πιστοί και καλοί άνθρωποι πάντα δικαιώνονται.
Το ομηρικό αυτό έπος είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον και ουσιώδες που πρέπει κανείς να μελετήσει προσεκτικά. Αν και η υπόθεση είναι αυτή που συνήθως μας συναρπάζει , αξιοσημείωτο είναι να παρατηρήσει κανείς τον διαφορετικό τρόπο που ο κάθε χαρακτήρας σε ένα γεγονός και ο τρόπος που το χειρίζεται. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Οδύσσεια είναι ένα τόσο δημοφιλές έπος που συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό μας ακόμα και 2.700 χρόνια μετά τη συγγραφή της.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η βατραχομυομαχία είναι το σύντομο επικό παρωδιακό ποίημα, για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πότε και από ποιον γράφτηκε. Δύο ποιητές, με σημαντική χρονική απόσταση, ανάμεσά τους φαίνεται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ότι διεκδικούν την πατρότητα του έργου: ο Όμηρος και ο Πίγρητας.
Ο φιλόσοφος Πρόκλος, ο Ρωμαίος ποιητής Στάτιος και το έργο << Αποθέωση του Ομήρου >>, του γλύπτη Αρχελάου, δείχνουν ότι ο Όμηρος ήταν αυτός που έγραψε τη Βατραχομυομαχία ή Μυομαχία.
Αντιθέτως, το βυζαντινό λεξικό << Σούδα >> και το << Περί τη Ηροδότου κακοηθείης >> , έργο που αποδιδόταν στον Πλούταρχο, υποστηρίζουν ότι η Βατραχομυομαχία ή Μυομαχία είναι έργο του Πίγρητα.
Οι αντίθετες μαρτυρίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, δυσκολεύουν την προσπάθεια να ορίσουμε με βεβαιότητα και να τοποθετήσουμε με ακρίβεια χρονολογικά το έργο. Μας επιτρέπουν, όμως, να υποστηρίξουμε ότι η Βατραχομυομαχία πρέπει να γράφτηκε πριν από τον 5ο αιώνα. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί το ότι κατά την αλεξανδρινή εποχή θεωρούσαν το έργο ομηρικό. Επιπλέον, αυτό φαίνεται και από το ανάγλυφο του Αρχέλαου που αναφέραμε. Άρα, η Βατραχομυομαχία τοποθετείται πριν από τον 5ο αιώνα.
Στη ζωή συνυπάρχουν και συνεκφράζονται το σοβαρό με το αστείο, το τραγικό με το κωμικό. Το ίδιο συμβαίνει και στην ποίηση. Πλάι στα σοβαρά ποιητικά έργα υπάρχουν και πλήθος από κωμικά ποιήματα. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία, ανήκει και η παρωδία ως ποιητικό λογοτεχνικό είδος.
Παρωδία στην ποίηση είναι η κωμική απομίμηση ενός σοβαρού ποιητικού έργου, στην οποία ο ποιητής θέλει να προκαλέσει το γέλιο, την ευθυμία, πολλές φορές και να διδάξει. Έτσι τη θέση των ηρώων του σοβαρού έργου παίρνουν καινούριοι ήρωες, που η ομοιότητά τους με τους πρώτους είναι ολότελα επιφανειακή, ψεύτικη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται από τη μεταξύ τους σύγκριση η αίσθηση του κωμικού.
Η ίδια η φύση της παρωδίας, δηλαδή η απομίμηση, δείχνει ότι τα παρωδιακά ποιήματα βρίσκονται αναγκαστικά σε άμεση εξάρτηση από τα σοβαρά ποιητικά είδη, κυρίως από το έπος και το δράμα, από τα οποία πηγάζουν και των οποίων την εξέλιξη ακολουθούν.
Στην αρχαία λογοτεχνία μας δεν έχουμε πολλά δείγματα παρωδιακής ποιήσεως. Όσα σώζονται, ολόκληρα ή αποσπασματικά, επιβεβαιώνουν την προσκόλληση της παρωδίας στο έπος και στο δράμα, τα οποία και απομιμείται.
Ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς εκείνης της εποχής ήταν ο Αριστοφάνης, ο οποίος πραγματοποίησε τη στενή σύνδεση της παρωδίας με την κωμωδία, διακωμωδώντας τους τραγικούς ποιητές και ιδίως τον Ευριπίδη.
Η παρωδία, αφού πρωτοεμφανίστηκε μαζί ή λίγο αργότερα από το έπος, έφτασε στην οριστική διαμόρφωση και ακμή της τον 6ο και 5ο αιώνα, συνεχίστηκε και αργότερα δεμένη με το έπος, τους μύθους και την τραγωδία, χωρίς να αφήσει πολλά δείγματα παρωδιακής ποιήσεως.
Η Βατραχομυομαχία αναφέρεται στον πόλεμο μεταξύ ποντικών και βατράχων ο οποίος προκλήθηκε από το πνιγμό ενός ποντικού, για τον οποίο ευθυνόταν ένας βάτραχος. Οι ποντικοί κατηγορούν τους βατράχους κι έτσι ξεκινά μια σκληρή μάχη. Οι ποντικοί φαίνεται να επικρατούν και ο Δίας, για να σώσει τους βατράχους, επεμβαίνει με αστροπελέκι- χωρίς αποτέλεσμα- και μετά στέλνει τα καβούρια, αναγκάζοντας τους ποντικούς να σταματήσουν τη μάχη.
Το έργο αυτό, με το περιεχόμενό του, παρωδεί την Ιλιάδα. Ο ποιητής αντικαθιστά τους ήρωες της Ιλιάδας με τους ποντικούς και τους βατράχους. Στο έργο προβάλλονται πολλές κωμικές σκηνές, χάρη στα κωμικά ονόματα και φιγούρες που έχουν οι ήρωες.
Αφηγητής: Το ποντίκι ξεφεύγοντας από τις άγριες διαθέσεις της γάτας πηγαίνει στην άκρη της λίμνης για να πιεί νερό. Εκεί τον πλησιάζει ο πολυλογάς βάτραχος και αρχίζει την ανάκριση.
Φουσκομάγουλος:- Ποιος είσαι ξένε; Από πού ήρθες; Τίνος είσαι; Πες μου όλη την αλήθεια και αν σε νιώσω φίλο μου, τότε θα σε πάω σπίτι μου να σε κεράσω και να σου χαρίσω δώρα. Εγώ είμαι ο Ρήγας Φουσκομάγουλος , ζω στην λίμνη τιμημένος από τους βατράχους, αφέντης και οδηγός τους . Είμαι ο καρπός ενός μεγάλου έρωτα του πατέρα μου Βροντόλαλου και της μητέρας μου Νερορήγισσας. Όμως κι εσύ μου φαίνεσαι όμορφος και λεβέντης , για πες μου για το γένος σου.
Πιατογλύφτης : - Γιατί ρωτάς για το γένος μου; Όλος ο κόσμος το ξέρει. Και οι θνητοί και οι αθάνατοι ως και τα ουρανοπούλια . Με λένε Πιατογλύφτη και πατέρας μου είναι ο Χυτροβούτας και μάνα μου η Μυρογλύφτρα, θυγατέρα του ξακουστού Ροκάνα. Γεννήθηκα σε καλυβόσπιτο και η μάνα μου με τάιζε αρχοντικά , καρύδια, σύκα και ολονόστημες τροφές. Μα καλά, πως θα με κάνεις φίλος σου, αφού δεν μοιάζουμε; Εσύ ζεις στα ποτάμια και στις λίμνες , ενώ εμένα μου αρέσει να ροκανίζω όσα καλούδια έχουν στα σπίτια τους οι άνθρωποι. Ότι μπορεί να βάλει ο νους σου. Από τυρί, γάλα, μελόπιτα ως και τα ακροδάχτυλά τους στα πόδια τους μπορώ να τους ροκανίσω την ώρα που κοιμούνται. Εγώ είμαι πάντα μάχιμος και δεν φοβάμαι τους ανθρώπους από το ύψος τους. Αυτό που με φοβίζει όμως είναι η γάτα . Δεν με αφήνει σε ησυχία .
Φουσκομάγουλος:(χαμογελώντας)-Όλο για το φαγητό μου λες τόση ώρα. Κι εμείς όμως καλοπερνάμε εδώ στη λίμνη Ο γιος του Κρόνου μας χάρισε μια τεράστια έκταση για να παίζουμε και για να κάνουμε τεράστια άλματα που μας αρέσει. Κι αν θες μπορείς να έρθεις να τα δεις και να τα απολαύσεις.
Αφηγητής: Ο ποντικός τότε σκαρφάλωσε στην πλάτη του βάτραχου και διασχίζανε την λίμνη πάνω στο νερό. Θεώρησε ότι ο βάτραχος έκανε κάτι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν και βροντοφωνάζοντας δεν δίστασε να τον παρομοιάσει ακόμη και με τον Ταύρο που κουβάλησε στην πλάτη του την Ευρώπη για την Κρήτη. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά τους μια τεράστια νεροφίδα. Τρόμαξαν και οι δύο πάρα πολύ. Ο Φουσκομάγουλος αγνοώντας ότι στην πλάτη του κουβαλούσε τον Πιατογλύφτη, βούτηξε μες στα βαθιά νερά της λίμνης για να σωθεί. Έτσι ο Πιατογλύφτης, σιγά-σιγά βάρυνε από το πολύ νερό κι άρχισε να πνίγεται.
Πιατογλύφτης: -Πανάθλιε Φουσκομάγουλε αν ήμασταν στη στεριά, δε θα με νίκαγες ούτε στην πάλη ούτε στις γροθιές ούτε στο τρέξιμο. Τώρα με κορόιδεψες και ύπουλα με πέταξες μες στα νερά της λίμνης. Ο Θεός βλέπει και κρίνει. Ο ποντικοστρατός θα πάρει εκδίκηση, δε θα γλιτώσεις.
Αφηγητής: Κι έτσι ξεψύχησε.
Αφηγητής Όλη αυτή τη σκηνή όμως, την είδε ο Ψωμοψάχτης και σκούζοντας έτρεξε αμέσως να το πει στους ποντικούς. Αμέσως αυτοί κάλεσαν συμβούλιο στο σπίτι του άρχοντα Χυτροβούτα, πατέρα του Πιατογλύφτη.
Χυτροβούτας: -Παρόλο που ο θάνατος του Πιατογλύφτη βαραίνει μόνο εμένα, αυτό δεν πρέπει να περάσει ατιμώρητο, γι’ αυτό όλοι πρέπει να ανασυνταχτούμε και να τους πολεμήσουμε. Εμπρός λοιπόν ζωστείτε τα άρματά σας και πάμε κατά πάνω τους.
Αφηγητής: Ο κάθε ποντικός, έβαλε ότι πανοπλία είχε, αρματώθηκε και ξεκίνησαν για τον πόλεμο με τους βατράχους.
Αφηγητής: Όταν είδαν όλα αυτά οι βάτραχοι, συγκάλεσαν κι αυτοί συμβούλιο. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους ένας κήρυκας κρατώντας ένα ραβδί, ο Ψωμοψάχτης και τους μετέφερε το πολεμικό μήνυμα των ποντικών.
Ψωμοψάχτης: -Ω βάτραχοι, οι ποντικοί με έστειλαν με άγριες διαθέσεις να αρματωθείτε για πόλεμο. Γιατί είδαν τον Φουσκομάγουλο να πνίγει στη λίμνη τον Πιατογλύφτη.
Αφηγητή: Οι βάτραχοι ταράχτηκαν και κατέκριναν τον Φουσκομάγουλο ο οποίος σηκώθηκε και τους απάντησε:
Φουσκομάγουλος:-Φίλοι μου δεν φταίω εγώ που ο ποντικός πνίγηκε και ούτε κατάλαβα το πώς.Και πάνε τώρα οι παμπόνηροι ποντικοί να ρίξουν το φταίξιμο σε μένα. Αλλά δεν πειράζει.Γι’αυτό κι εμείς πρέπει να βρούμε τρόπο να αφανίσουμε τα δολερά ποντίκια. Ακούστε το σχέδιό μου: όταν θα μας κάνουν την επίθεση τα ποντίκια, τότε εμείς θα τους πιάσουμε από τα κράνη τους και θα τους σπρώξουμε προς τη λίμνη για να πνιγούν μη ξέροντας κολύμπι κι έτσι θα στήσουμε το ποντικοκτόνο τρόπαιό μας στην άκρη της λίμνης.
Αφηγητής: Στο άκουσμα αυτό τα βατράχια ξεσηκώθηκαν και άρχισαν και αυτά να φορούν τις πανοπλίες τους και να ετοιμάζονται για την άγρια μάχη με τα ποντίκια. Πήραν θέση μάχης πλάι στη λίμνη κουνώντας ψηλά τα δόρια τους για να τους φοβηθούν οι ποντικοί.
Αφηγητής: Βλέποντας όλο αυτό το θέαμα από ψηλά ο Δίας, μαζεύει όλους τους θεούς για να τους το δείξει και χαμογελώντας γλυκά τους λέει:
Δίας:- Και τώρα ποιους θα βοηθήσετε; Τους βατράχους ή τα ποντίκια;
(προς Αθηνά): Εσύ κόρη μου ποιους θα βοηθήσεις ;
Αθηνά:- Πατέρα, τα ποντίκια αδύνατον να τα βοηθήσω, γιατί μου έχουν κάνει πολλές ζημιές ως τώρα.Μου καταρήμαξαν το πέπλο μου που το έγνεθα με τόσο κόπο και αυτός που ήρθε να μου το φτιάξει μου πήρε πολλά λεφτά και αυτά τα δανείστηκα-τρομερό για μια αθάνατη όπως εγώ. Αλλά ούτε τα βατράχια θα βοηθήσω γιατί κι αυτοί είναι κουφιοκέφαλοι . Προχθές που γύριζα κουρασμένη από τον πόλεμο και ήθελα να κοιμηθώ δεν έβαλαν γλώσσα μέσα τους. Και όταν έκλεισα για λίγο τα μάτια μου, άρχισε ο κόκορας και τότε με έπιασε πονοκέφαλος. Άσε που είναι επικίνδυνο μήπως και λαβωθεί κανένας μας. Γι’ αυτό ας παρακολουθούμε από ψηλά αυτή την μάχη.
Αφηγητής: Και τότε οι σάλπιγγες του πολέμου σάλπισαν από τα φοβερά κουνούπια και η μάχη σώμα με σώμα άρχισε μεταξύ των βατράχων και των ποντικών. Στην αρχή η μάχη ήταν αμφίρροπη και συγκλονιστική και από τις δύο πλευρές. Μα σιγά σιγά τα ποντίκια άρχισαν να υπερτερούν των βατράχων και ο ένας βάτραχος μετά τον άλλον να πέφτει νεκρός στις όχθες της λίμνης και μέσα σ’αυτή.
Αφηγητής: Βλέποντας την εξέλιξη αυτή ο Δίας έδωσε εντολή στην πολεμόχαρη Αθηνά να επέμβει και να βοηθήσει τα βατράχια να σωθούν, αλλά ο Άρης ο θεός του πολέμου του είπε:
Άρης:-Της Αθηνάς η δύναμη και του Άρη δεν φτάνουν για να ανακόψουν την επέλαση των ποντικών, γι’αυτό το αστροπελέκι άρπαξε και ριξ’το στους ποντικούς για να φοβηθούν και να σταματήσουν.
Αφηγητής: Έτσι κι έκανε. Όμως οι ποντικοί δεν καταλάβαιναν τίποτα και συνέχιζαν να πολεμούν με λύσσα.
Αφηγητής: Τότε μέσα από τις φυλλωσιές της λίμνης ξεπρόβαλαν αρματωμένα τα λοξοπερπάτητα και στραβόκορμα καβούρια που με τις δαγκάνες τους έκοβαν τα πόδια των ποντικών ,τις ουρές και τα χέρια τους. Τρομάζουν τότε οι φοβητσιάρηδες οι ποντικοί και το ‘βαλαν στα πόδια καθώς βασίλευε και σιγά σιγά ο ήλιος. Έτσι τελείωσε ο πόλεμος που κράτησε μονάχα μια ημέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου