Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

«Νυγμοὶ Εὐθυντήριοι»

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης
Θεολόγος – Φιλόλογος
Νυγμοὶ Εὐθυντήριοι
Οι «Νυγμοὶ Εὐθυντήριοι» αποσκοπούν να καταστούν μία σειρά νεοελληνικών μεταφράσεων πολύτιμων κειμένων τής Αρχαίας Ελληνικής και τής Βυζαντινής Γραμματείας, με περιεχόμενο συμβουλευτικό και προτρεπτικό, διδακτικό και ενθαρρυντικό. Τα κείμενα συνοδεύονται από διευκρινιστικές υποσημειώσεις, επεξηγηματικά σχόλια και επίκαιρες αναλύσεις. Η ενδεχόμενη ηλεκτρονική ή έντυπη αναπαραγωγή και διάδοσή τους, καθώς και η τυχόν μετάφρασή τους σε άλλες γλώσσες, επιτρέπεται μόνον υπό τον απαρέγκλιτο όρο τής αυστηρής διατήρησης τής απόλυτης ακεραιότητας τού περιεχομένου τους.
Ιεροκλής ο Στωικός

«Πώς πρέπει να φερόμαστε προς την Πατρίδα1»
Μετά από τον σχετικό με τους Θεούς λόγο2, είναι πολύ εύλογο να αφήσω υποθήκη σχετική με το πώς πρέπει να φερόμαστε προς την Πατρίδα, επειδή αυτή, μα τον Δία, είναι σαν ένας δεύτερος Θεός, πρώτος και μεγαλύτερος από τους γονείς. Εκείνος, λοιπόν, που της έδωσε αυτό το όνομα, έπραξε ευφυώς σχηματίζοντάς το από το «πατέρας» και κατασκευάζοντάς το θηλυκό ώστε να είναι σαν ένα μείγμα τής αξίας τού πατέρα και τής μητέρας. Αυτός ακριβώς ο λόγος υπαγορεύει να τιμάμε την μία Πατρίδα εξίσου με τους δύο γονείς, ώστε να προκρίνουμε την Πατρίδα σε σχέση με τον έναν – οποιονδήποτε – από τους δύο γεννήτορες και να μην τιμάμε περισσότερο από εκείνη αυτούς τους δύο μαζί, άλλα να τους θέτουμε σε ίση μοίρα. Υπάρχει, ωστόσο, και άλλος ένας λόγος που μας προστάζει να την τιμάμε και περισσότερο από τους δύο γονείς μαζί, και όχι μόνον από αυτούς, αλλά και από την γυναίκα μας μαζί με αυτούς, και από τα
1 Γιά την ακόλουθη νεοελληνική μετάφραση χρησιμοποιήθηκε το πρωτότυπο κείμενο τής έκδοσης «Meineke A., Ioannis Stobaei Eclogarum physicarum et ethicarum libri duo, Lipsiae in aedibus B. G. Teubneri, 1870» (ψηφιοποιημένη έκδοση).
2 Αποσπάσματα αυτού τού λόγου («Πώς πρέπει να φερόμαστε προς τους Θεούς») σώζονται επίσης στο «Ανθολόγιο» τού Ιωάννη Στοβαίου (βλέπε προαναφερόμενη έκδοση). 1
τέκνα και από τους φίλους και – γενικά – από όλους τους άλλους, αλλά μετά από τους Θεούς.
Όπως ακριβώς είναι ανόητος εκείνος που τιμά το ένα δάκτυλο περισσότερο από τα πέντε, ενώ είναι λογικός αυτός που τιμά τα πέντε περισσότερο από το ένα, επειδή ο πρώτος καταφρονεί και το προτιμώμενο, ενώ ο δεύτερος μέσα στα πέντε περισώζει και το ένα, κατ’ αυτόν τον τρόπο και όποιος επιθυμεί περισσότερο να σώσει τον εαυτό του παρά την Πατρίδα, εκτός τού ότι ενεργεί αθέμιτα, είναι και κατ’ άλλον τρόπο ανόητος, αφού προτιμά τα αδύνατα3. Αντίθετα, όποιος προτιμά την Πατρίδα παρά τον εαυτό του, είναι θεοφιλής και διαθέτει ορθό λογισμό. Ειπώθηκε, όμως, ότι, ακόμη και αν κάποιος δεν συναριθμεί τον εαυτό του μέσα στο σύνολο αλλά εξετάζει το ζήτημα ατομικά, πρέπει να προτιμά την σωτηρία τού συνόλου περισσότερο από εκείνη τού εαυτού του, διότι η απώλεια τής πόλης4 καθιστά ανύπαρκτη την σωτηρία τού πολίτη όπως η αποκοπή τού χεριού την σωτηρία ενός δακτύλου, ως μέρους τού χεριού. Συγκαιφαλαιώνοντας, λοιπόν, όλ’ αυτά, απαιτείται να μην διαχωρίζουμε το κοινό συμφέρον από το ατομικό, αλλά να τα θεωρούμε ως ένα και το αυτό. Το συμφέρον τής Πατρίδας είναι κοινό με εκείνο τού καθενός μας, επειδή το σύνολο δεν είναι τίποτε δίχως τα μέρη του, και το συμφέρον τού πολίτη αρμόζει και στην πόλη, εάν βέβαια εκλαμβάνεται ως συμφέρον τού πολίτη5. Εκείνο, που γιά τον χορευτή είναι λυσιτελές, θα ήταν επικερδές και γιά ολόκληρο τον χορό. Εάν αυτόν τον γενικό συλλογισμό τον τοποθετήσουμε μέσα στην διάνοιά μας, θα λάβουμε πολύ φως γιά τα επί μέρους ζητήματα6 και σε καμμία ευκαιρία δεν θα παραλείψουμε το καθήκον μας προς την Πατρίδα.
Εξαιτίας αυτών υποστηρίζω ότι όποιος συμπεριφέρεται καλά προς την Πατρίδα οφείλει να υποτάσσει κάθε πάθος και κάθε νόσημα τής ψυχής του. Επιπλέον, οφείλει να σέβεται και τους νόμους τής Πατρίδας, ακριβώς σαν να ήταν δεύτεροι Θεοί, και να διαβιώνει κατά τις οδηγίες τους, αλλά και αν κάποιος επιχειρήσει να τους παραβεί ή να εισαγάγει νεωτερισμούς7, αυτός ο πολίτης να σπεύσει αμέσως να τον εμποδίσει και με κάθε τρόπο να του εναντιωθεί, επειδή γιά καμμία πόλη δεν είναι καλή συνήθεια να ατιμάζονται οι νόμοι και να προκρίνονται νεωτερισμοί έναντι των καθιερωμένων. Γιά τούτον τον λόγο πρέπει να κρατούνται μακριά από τα ψηφίσματα και από αυτές τις παρορμητικές καινοτομίες οι πλέον αυθάδεις που τις επιχειρούν. Και εγώ,
3 Δηλαδή: εάν χαθεί η Πατρίδα είναι αδύνατον να σωθεί ο πολίτης, ο οποίος εκ φύσεως αποτελεί μέρος αυτής.
4 Τής τότε πόλης-κράτους, άρα τής σημερινής «ιδιαίτερης πατρίδας» και, κατ’ αναλογία, τής Πατρίδας.
5 Δηλαδή: εάν όντως αποτελεί συμφέρον τού πολίτη εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ως τέτοιο.
6 Τα ποικίλα ζητήματα τής προσωπικής, διαπροσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής.
7 Δηλαδή: καινοτομίες ξένες (ή και εξόχως αντίθετες) προς τα πατροπαράδοτα, εδραιωμένα και από την πλειονοψηφία παραδεκτά ήθη και έθιμα τού λαού, ξένες προς τα «καθιερωμένα» (όπως δηλώνεται στην συνέχεια), ξένες προς τις θεμελιώδεις αρχές τού εθιμικού δικαίου (όπως υποσημειώνεται κατωτέρω). 2
λοιπόν, αποδέχομαι τον Ζάλευκο, τον νομοθέτη των Λοκρών
8, ο οποίος διά νόμου όρισε να φέρει θηλιά γύρω από τον τράχηλο όποιος προτείνει νομική καινοτομία ώστε, εάν δεν τροποποιεί προς μεγίστη ωφέλεια τού συνόλου την εξαρχής κατάσταση τής πολιτείας, να πνίγεται ακαριαία και να φεύγει από την μέση. Εξίσου με τους νόμους οφείλουμε να διαφυλάττουμε και τα έθιμα9 τα όντως πατροπαράδοτα και πολύ παλαιότερα από αυτούς τους νόμους, διότι τα χθεσινά και τα σημερινά, τα οποία τώρα10 έχουν εισαχθεί σε κάθε πόλη, ούτε ως πατροπαράδοτα πρέπει να τα θεωρούμε ούτε καν γενικώς ως έθιμα. Το έθιμο, εξάλλου, επιθυμεί να είναι ένας άγραφος νόμος, ο οποίος έχει επισφραγισθεί από έναν καλό νομοθέτη, δηλαδή την επιδοκιμασία όλων όσων τον ασπάζονται, και ίσως βρίσκεται εγγύτερα προς τα κατά φύση δίκαιά μας11.
***
Α΄. Πατρίδα και πατριώτης: μία έλλογη σχέση ζωτικής αλληλεγγύης.
Η στοχαστική ενασχόληση σχεδόν όλων των μεγάλων πνευμάτων τής ελληνικής διανόησης, όπως και τού στωικού φιλοσόφου Ιεροκλή, με το ερώτημα «πώς πρέπει να φερόμαστε προς την Πατρίδα;» αποδεικνύει ότι αυτό το ζήτημα απασχολούσε πάντοτε και ευτυχώς εξακολουθεί να απασχολεί τον σκεπτόμενο Ελληνισμό. Ο εν λόγω διαχρονικός προβληματισμός, είτε αποτελεί μία απλή φιλοσοφική ενασχόληση είτε πηγάζει προληπτικά από παιδευτικές-μαθησιακές ανάγκες είτε γεννιέται γιά να αντιμετωπίσει προδοτικές ή αδιάφορες έναντι τής Πατρίδας συμπεριφορές, εκτυλίσσεται και καρποφορεί αφενός εντός τού συναισθηματικού και αφετέρου εντός τού λογικού περιβάλλοντος, χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, η παράλληλη προσέγγισή του.
Στο ανωτέρω κείμενο, στην πρώτη παράγραφο, ο Ιεροκλής προσυπογράφει ως υπέρτατη την αξία τού πατριωτισμού κινούμενος κομψά εντός τού χώρου των συναισθημάτων ενώ, στην δεύτερη, εξετάζει το θέμα του αυστηρότερα, διά τής λογικής, και εκ νέου τοποθετεί τον πατριωτισμό στην κορυφή των αξιών κάθε έλλογου ανθρώπου. Εάν, λοιπόν, η πρώτη προσέγγιση δύναται να θεωρηθεί «αυθαίρετη» ή «υποκειμενική» ή «έωλη», η σαφής και πλήρης τεκμηρίωση τής δεύτερης δεν αφήνει κανένα περιθώριο γιά τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς. Εάν, δηλαδή, ο άπατρις ή ο αρνησίπατρις δεν είναι εκ των πραγμάτων αναίσθητος ή συναισθηματικά διαταραγμένος, τότε οπωσδήποτε είναι άλογος ή παράλογος. Στην ενδεχόμενη περίπτωση άρνησης τής αξίας τής λογικής ως έγκυρης μεθόδου διερεύνησης τού ζητήματος τού πατριωτισμού, ο στοχασμός οφείλει να στραφεί προς άλλα είδη τού ζωικού βασιλείου – τα οποία εδώ δεν ενδιαφέρουν τον
8 Λοκροί: ελληνική πόλη τής Κάτω Ιταλίας (Μεγάλης Ελλάδας), φημισμένη κατά την αρχαία εποχή γιά την υποδειγματική ευνομία της.
9 Τις θεμελιώδεις αρχές τού εθιμικού δικαίου.
10 Τότε (ρωμαιοκρατία) όπως και άλλοτε (φραγκοκρατία, τουρκοκρατία, βαυαροκρατία κ.ά.) και τώρα (τραπεζοκρατία, ανθελληνοκρατία κ.ά.).
11 Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που εκ φύσεως έχει ο άνθρωπος. 3
φιλόσοφο – αφού η επιστήμη τής βιολογίας έχει αποδείξει περίτρανα και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η λογική είναι το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο αποκλειστικά και μόνον τού ανθρώπινου είδους. Εξάλλου, είναι ευρύτατα γνωστό και καθ’ ολοκληρίαν αδιαμφισβήτητο ότι τα κτήνη δεν έχουν Πατρίδα και, εάν είχαν, τότε σαφώς δεν θα ήταν σε θέση ούτε να την αναγνωρίσουν ούτε να την υπηρετήσουν.
Από το μέγα πλήθος των σωζόμενων έργων πολλών διαπρεπών φιλοσόφων, διανοητών και ποιητών τού Ελληνισμού κάθε εποχής μπορούμε με άνεση να συμπεράνουμε ότι ο πατριωτισμός – η φιλοπατρία – αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι τής αυθεντικής ελληνικής ηθικής, ανεξάλειπτο χαρακτηριστικό τής ανόθευτης ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, αλλά και σωτήρια, λυτρωτική αρετή τού ελληνικού έθνους. Αντίθετα, η αρνησιπατρία, ως ύψιστη μορφή ατιμίας και προφανής απόδειξη τής ενσυνείδητης κακοήθειας τού ατόμου, καταδικάζεται σαφώς και κατηγορηματικώς, τιμωρούμενη κατά καιρούς με την εξορία ή την θανατική ποινή. Αυτή η διαχρονική, απαράλλακτη και αΐδια αντιμετώπιση τού πατριωτισμού ως ύψιστης αρετής κάθε ευσυνείδητου Έλληνα εντάσσει αυτοδικαίως την φιλοπατρία μεταξύ των πανάρχαιων και πλέον ιερών, σεβαστών και απαράγραπτων παραδόσεων-θεσμών τού διαιωνίου ελληνικού έθνους, κατατάσσοντας την προδοτική ή μειοδοτική ή αδιάφορη ή ουδέτερη έναντι τής Πατρίδας συμπεριφορά μεταξύ των ειδεχθώς εγκληματικών πράξεων, ακόμη και αν αυτή παρατηρείται σε πρόσωπα που κατέχουν υψηλά πολιτικά ή πολιτειακά αξιώματα ή διακρίνονται γιά την κοινωνική θέση τους, τον πλούτο τους ή την επαγγελματική καταξίωσή τους.
Αναγνωρίζοντας τον πατριωτισμό ως μία έλλογη συμπεριφορά, η οποία γεννιέται από την επίσης έλλογη εξέταση τού κατά φύση «συμφέροντος», ατομικού και συνολικού, ο Ιεροκλής – έμμεσα – μάς παραδίδει και την πλέον ευφυή διδασκαλία περί «έλλογης αλληλεγγύης»: η κατ’ εξοχήν αληθής, σωτήρια και ζωτική γιά τον φυσιολογικό άνθρωπο μορφή αλληλεγγύης είναι εκείνη που εκ φύσεως αναδύεται, αναγνωρίζεται, αναπτύσσεται και σφυρηλατείται μεταξύ συμπατριωτών και μεταξύ πατριωτών και Πατρίδας. Σε καιρούς ελευθερίας και ευημερίας η ενάρετη Πατρίδα γαλουχεί τους πολίτες της με το ιδεώδες τής φιλοπατρίας, ενώ σε εποχές δουλείας και πολέμου οι αληθινοί πατριώτες μάχονται και θυσιάζονται υπέρ τής ελευθερίας και ανεξαρτησίας τής Πατρίδας τους. Αυτή η θεοσκεπής σχέση αλληλεγγύης δύναται εκ φύσεως να διασφαλίσει την ευδαιμονία των εθνών. Αυτή, και – επί τού παρόντος – καμμία άλλη.
Β΄. Εθιμικό και «εισαγόμενο» ή «επιβαλλόμενο» δίκαιο.
Τα ήθη – ή «έθη» – ενός έθνους είναι οι παγιωμένες, οι αποκρυσταλλωμένες πολιτισμικές κατακτήσεις και αξίες του, η έκφανση και έκφραση τού ψυχικού και διανοητικού πλούτου του, ο ευσταθής κώδικας τής γενικής συμπεριφοράς του, οι συλλογικές συνήθειές του, όλα δεδομένα που αποτυπώνονται και στα έθιμά του, δηλαδή στις πατροπαράδοτες εκδηλώσεις, στις ζώσες αντανακλάσεις, αυτών ακριβώς των κατακτήσεων, συμπεριφορών και συνηθειών του.
4
Τα έθνη γεννιούνται, ως φυσικό φαινόμενο, και δεν κατασκευάζονται, σαν να ήταν εφήμερες δομές ή πρόσκαιρες συσσωρεύσεις, και τα ήθη καλλιεργούνται και εξελίσσονται αργά και μακροχρόνια, ως κατά φύση επιτεύγματα τού εθνικού πολιτισμού. Δεν επιβάλλονται κατόπιν εντολής ούτε καθιερώνονται εν μιά νυκτί ή με συνοπτικές διαδικασίες.
Το εθιμικό δίκαιο, εξάλλου, δηλαδή οι παραδοσιακές, οι δοκιμασμένες και εγκεκριμένες, περί δικαίου αντιλήψεις ενός έθνους, είναι η αυθεντικότερη μορφή δικαίου, η πλησιέστερη προς την κατά φύση νομική εξέλιξη αυτού τού έθνους. Ευλόγως, λοιπόν, τα αρχαιότερα και πολιτισμικά ανώτερα έθνη είναι, παράλληλα, και τα εμπειρότερα και πλέον ικανά και αξιόπιστα ως προς την διαχείριση τού εθιμικού δικαίου τους, αλλά και των άλλων μορφών δικαίου, οι οποίες, εάν δεν προκύπτουν εξολοκλήρου από εξωτερικές, αλλοεθνείς επιβολές, είναι φυσικά απότοκα αυτού, είναι προϊόντα έλλογης, ενάρετης, επιστημονικής επεξεργασίας του, την οποία γεννά κατά κύριο λόγο η ανάγκη συμβίωσης και συνδιαλλαγής με τα άλλα έθνη.
Θεμιτή και άξια επιβράβευσης είναι η προσπάθεια ενός πολιτισμικά κατώτερου έθνους να αντιληφθεί, να κατανοήσει, εν ανάγκη να διαμορφώσει, και εν τέλει να υιοθετήσει – μερικώς ή συνολικώς – ξένα στοιχεία δικαίου εάν αυτά συμβάλλουν στην εθελούσια επιτάχυνση τής εξελικτικής πορείας του, καίτοι αυτή η διαδικασία είναι χρονικώς μακρά και προϋποθέτει την τουλάχιστον κατά συντριπτική πλειονοψηφία εκούσια και ενεργή συμμετοχή τού λαού σε αυτήν. Αντιθέτως, αθέμιτη και παράλογη είναι η απαθής στάση ενός έθνους έναντι ξένων ή ξενόδουλων εξουσιών που επιχειρούν – δίχως την ενσυνείδητη συγκατάθεση τής πλειονοψηφίας αυτού – να του επιβάλλουν «εισαγόμενα» ήθη χαμηλής, ή απλώς χαμηλότερης τής δικής του, πολιτισμικής ποιότητας, συνεπώς και ανάλογης ποιότητας «νόμους», επιφέροντας την ηθική, εθιμική, πολιτισμική και νομική οπισθοδρόμηση, αναταραχή ή και διάλυσή του.
Η «λύση τού Ζάλευκου», όπως αυτή παρουσιάζεται από τον Ιεροκλή στο ανωτέρω κείμενο, φαντάζει βάρβαρη και αποκρουστική στον σύγχρονο Έλληνα, και ίσως ομοίως να φάνταζε και σε πολλούς άλλους Έλληνες εκείνης τής εποχής. Ο σκοπός – η ευνομία τής πόλης των Λοκρών – ήταν ιερός, αλλά μάλλον δεν ήταν σε θέση να αγιάσει ένα τέτοιο μέσο επίτευξής του. Από την άλλη πλευρά, η σημερινή κρίσιμη νομική κατάσταση τού ημιθανούς Ελληνισμού, εντός τής πολυνομίας τού οποίου ευημερεί η, ενίοτε επιδοτούμενη, ανομία, ορθώς θα χαρακτηριζόταν ως βαρβαρότερη και αποκρουστικότερη. Αναζητώντας την μέση οδό και την χρυσή τομή, πριν η σήψη διαβρώσει μέχρι και την ίδια την ψυχική υπόστασή τους, οι Έλληνες έχουν καθήκον να μελετήσουν εκ νέου το εθιμικό δίκαιο και να το χρησιμοποιήσουν συνετά ως γνώμονα αξιολόγησης των ποικίλων «εισαχθέντων» ή «εισαγόμενων» νομικισμών, οι οποίοι, μαζί με τα παράξενα ή αλλοπρόσαλλα παράγωγά τους, απειλούν την λυτρωτική εθνική ανεξαρτησία των Ελλήνων, την δημιουργική πολιτισμική υπόστασή τους, την ίδια την προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ομαλότητά τους, καθώς και τις παραδοσιακές πολιτικές αντιλήψεις τους.
Ικανοποιητικός σύμμαχος, σε μία πιθανή και σαφώς ποθητή προσπάθεια τού Ελληνισμού να αναστυλώσει τον Νόμο τον σύμφωνο με τα παραδοσιακά ήθη 5
και τις πατροπαράδοτες περί δικαίου αντιλήψεις τού ελληνικού έθνους, δύναται να αναδειχθεί το Σύνταγμα τού ελληνικού κράτους, έστω αυτό, το σημερινό, που ποτέ οι Έλληνες δεν διδάχθηκαν στα σχολεία τους – γιατί άραγε; – και που τώρα επειγόντως επιβάλλεται να εξετάσουν πολύ προσεκτικά, καθώς το παρατηρούν να οδηγείται προς την λαιμητόμο χάριν τής «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και τής «παγκοσμιοποίησης», δηλαδή χάριν μίας φενάκης και μίας τυραννίας που σε τίποτε δεν πρόκειται να ωφελήσουν τον δυστυχή Ελληνισμό, όπως αμφότερες περίλαμπρα έχουν αποδείξει μέχρι σήμερα.
Γ΄. Οι μεταμορφώσεις τού ρωμαϊκού «δικαίου»
ως όργανα διάπραξης γενοκτονιών εις βάρος τού Ελληνισμού.
Η μελέτη και διδασκαλία τού ρωμαϊκού «δικαίου» και των παραγώγων του αποτελούν, επί δύο σχεδόν αιώνες, το καύχημα τής νομικής επιστήμης στην Ελλάδα. Το κλέος που κοσμεί τους κατά καιρούς πανεπιστημιακούς καθηγητές αυτού τού «δικαίου», το πλήθος των σχετικών βαθυστόχαστων συγγραμμάτων, η έπαρση που συνοδεύει την χρήση λατινικών νομικών εκφράσεων μέσα σε διάφορα ελληνόγλωσσα κείμενα, και πολλά άλλα παρόμοια φαινόμενα, αποδεικνύουν επαρκώς τον εισαγωγικό ισχυρισμό. Αντίθετα, το αρχαίο ελληνικό δίκαιο και οι μετεξελίξεις του δεν τυγχάνουν – παραδόξως; – τής ίδιας τιμής, ενώ το λεγόμενο «ελληνικό εθιμικό δίκαιο», και συντόμως και το αντίστοιχο συνταγματικό, τείνει να λάβει θέση μεταξύ των ενασχολήσεων τής λογοτεχνίας τού φανταστικού. Μέσα σε ένα έθνος, το σύγχρονο ελληνικό, το οποίο διαθέτει γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό πολλών χιλιάδων ετών και έχει διαπρέψει σε κάθε τομέα τού λόγου και τής πράξης, τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, το ρωμαϊκό «δίκαιο» κατέχει θέση δυσανάλογη ως προς την πραγματική ποιότητά του και ύποπτη ως προς την επίμονη προβολή του. Συμβολή σε αυτόν τον προβληματισμό είναι οι ακόλουθες γραμμές.
Την θλιβερή πτώση των ελληνιστικών βασιλείων, τα οποία εκπολίτισαν με θαυμάσιο τρόπο ένα πολύ μεγάλο μέρος τής Ανατολής, ακολούθησε η κατάκτηση τής Ελλάδας από τα πολυεθνικής προέλευσης στρατεύματα τής Ρώμης. Η θριαμβεύουσα ρωμαιοκρατία, συνοδευόμενη από λεηλασίες πόλεων και καταστροφές περιουσιών, λατρείες και αποθεώσεις ψυχικώς πασχόντων αυτοκρατόρων, καθώς και ένα ασύλληπτο πλήθος άλλων κακουργημάτων και διαστροφών, μόλυνε τον ελληνικό πολιτισμό και με την επιβολή τού ρωμαϊκού «δικαίου». Την αφελή «γαλήνη», που αισθάνονται όσοι ικανοποιούνται στην βολική σκέψη ότι το ρωμαϊκό «δίκαιο» προήλθε από το αρχαίο ελληνικό, έρχεται να ταράξει συθέμελα η αλγεινή διαπίστωση ότι αυτό το περίφημο «ρωμαϊκό δίκαιο» συγκροτήθηκε αυταρχικά από όσα στοιχεία μετά κόπου αντιλήφθηκαν και μετά βίας μελέτησαν και ελλιπώς κατόρθωσαν να κατανοήσουν – στον βαθμό που τελικά το κατόρθωσαν – οι υπανάπτυκτοι και αδηφάγοι Ρωμαίοι εκείνης τής εποχής. Μπορεί οι τότε εξαθλιωμένοι λαοί τής Δύσης, επί αιώνες απολίτιστοι, να γοητεύθηκαν από την νομοθεσία και την διαδικασία απονομής «δικαιοσύνης» των Ρωμαίων κατακτητών τους, αλλά οι Έλληνες και οι εξελληνισμένοι λαοί δεν είχαν απολύτως κανέναν λόγο να χαίρονται ή να υπερηφανεύονται γιά τούτο το ρωμαϊκό «δώρο». Το ελληνικό δίκαιο εκείνων των χρόνων είχε αγγίξει δυσθεώρητα και δυσνόητα γιά τους δυτικούς λαούς
6
επίπεδα, και η υπαγωγή τού Ελληνισμού στο αντίστοιχο ρωμαϊκό μόνον ως επικατάρατη οπισθοδρόμηση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Εξάλλου, η μεγαλύτερη τιμή και το σημαντικότερο πολιτικό επίτευγμα γιά μία ελληνική ή εξελληνισμένη πόλη τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν να της παραχωρηθεί – εκ μέρους τής ίδιας τής ρωμαϊκής εξουσίας! – το δικαίωμα τής αυτονομίας, δηλαδή η ελευθερία να διοικείται από τους πατροπαράδοτους νόμους της. Ένα «δίκαιο» κατασκευασμένο γιά ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία με την άλογη δύναμη των πολλών εξελιγμένων όπλων τους υποδούλωναν, μεταξύ άλλων, και τους πνευματικά και τεχνολογικά καθυστερημένους λαούς, δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στον τότε Ελληνισμό τίποτε άλλο, πέρα από τον όλεθρο και την «νομιμοποίηση» αυτού.
Στο ρωμαϊκό «δίκαιο», λοιπόν, οφείλουμε – μεταξύ άλλων «κατορθωμάτων» – την πρώτη μεγάλη καταλήστευση των ελληνικών πολιτισμικών θησαυρών και τις αμέτρητες σφαγές εις βάρος ελληνικών ή εξελληνισμένων πληθυσμών. Σε αυτό οφείλουμε, επίσης, τον ανηλεή διωγμό και τις απειράριθμες δολοφονίες που υπέστησαν χιλιάδες χριστιανών Ελλήνων – αρκεί να μελετήσουμε το μαρτυρολόγιο τής Ορθόδοξης Εκκλησίας – των οποίων το πνευματικό ανάστημα και το ηθικό ύψος δεν τους επέτρεπαν να λατρεύουν ως θεό τους τον οποιονδήποτε κίναιδο, μέθυσο, αιμομίκτη, φρενοβλαβή ή τυχάρπαστο Ρωμαίο αυτοκράτορα. Στο ίδιο «δίκαιο», εξάλλου, οφείλουμε την δολοφονία τού σοφού Αρχιμήδη, την σταύρωση τού σωτήρα Χριστού, αλλά και τον θάνατο τής φιλοσόφου Υπατίας. Σε αυτό, πάλι, οφείλουμε και την βάρβαρη καταστροφή των αρχαιοελληνικών ναών, βωμών και ιερών, την καύση βιβλιοθηκών, καθώς και τα εγκλήματα εναντίον τής ζωής, τής τιμής και τής περιουσίας χιλιάδων αρχαιόθρησκων Ελλήνων, όλα έργα φθόνου των μισαλλόδοξων «νεοφώτιστων» χριστιανών τής Δύσης, οι οποίοι κατανόησαν τον χριστιανισμό τόσο, όσο οι πρόγονοί τους είχαν κατανοήσει το αρχαίο ελληνικό δίκαιο.
Τούτη την μακροχρόνια και θεομίσητη πολιτισμική γενοκτονία κατόρθωσε αρχικώς να περιορίσει και έπειτα να σταματήσει η παλινόρθωση τής ελληνικής διανόησης εντός τής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το ρωμαϊκό «δίκαιο», μία επαίσχυντη και ανυπόφορη αναγκαστική κληρονομιά, χαλιναγωγήθηκε – κατά το δυνατόν – από την αρχαιοελληνική και την ορθόδοξη ηθική, θεολογική και νομική κοσμοθεωρία και διδασκαλία. Ο ελληνικός ανθρωπισμός, και υπό την νομική έκφανσή του, δεν θα ανεχόταν ούτε «πρωτεία» ούτε «αλάθητα» ούτε «ιερές εξετάσεις» ούτε «δικαιώματα πρώτης νύχτας» ούτε «εκχριστιανισμούς διά τού ξίφους». Ωστόσο, όλες αυτές οι «κατακτήσεις» τού ρωμαϊκού «δικαίου» εξακολούθησαν να «ανθούν» στην ανερμάτιστη Δύση και είχαν αναίσχυντα μετονομάσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε «αγία», επιβεβαιώνοντας την σοφή ελληνική λαϊκή ρήση που μας υπενθυμίζει «τι γίνεται η πόρνη όταν γεράσει».
Ηττημένη από το Ισλάμ, που υπάκουε στον «θεόσταλτο» νόμο τού προφήτη του, και προδομένη – όπως αδιαμφισβήτητα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο – από την Ρώμη, που υπάκουε στον επίσης «θεόσταλτο» νόμο τού πάπα, ενός νέου τύπου αλλά παλαιών συνηθειών Ρωμαίου αυτοκράτορα, η περικλεής Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη κατέρρευσε μαχόμενη ηρωικά, ενώ ένα σημαντικό τμήμα τού κυρίως Ελληνισμού είχε ήδη υποχρεωθεί εκ νέου να υποστεί μία ακόμη μεταμόρφωση τού ρωμαϊκού «δικαίου»: την εκ πάσης απόψεως ρυπαρή 7
φραγκοκρατία. Δυτικοί δυνάστες και ηγεμονίσκοι, παντελώς αστοιχείωτοι και απαίδευτοι, κοιλιόδουλοι και άξεστοι, «διαμοιράστηκαν τα ιμάτια» τής Ελλάδας όπως ακριβώς οι πολιτισμικοί πρόγονοί τους είχαν διαμοιραστεί τα ιμάτια τού Χριστού. Οι Φράγκοι είχαν κληρονομήσει το «δίκαιό» τους από τους Ρωμαίους – όσο φρόντισαν και όσο κατάφεραν να το κατανοήσουν και αυτοί με την σειρά τους – και επιχειρούσαν πλέον να το επιβάλλουν εκ νέου στους Έλληνες. Το αποτέλεσμα είναι πασίγνωστο και παραμένει αξιοθρήνητο: έπειτα από το απαραίτητο προς ηθική, κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτισμική διάβρωση χρονικό διάστημα, ο φραγκοκρατούμενος Ελληνισμός υποδουλώθηκε εν τέλει στο Ισλάμ.
Η δηλητηριώδης «νομική» αιχμή, όμως, τής πάλαι ποτέ ρωμαιοκρατίας πλήγωσε και πάλι τον νεώτερο Ελληνισμό αμέσως μετά την – μέχρι σήμερα παραμένουσα ημιτελή – επανάσταση τού 1821 και την ξενοκίνητη δολοφονία τού Ιωάννη Καποδίστρια, σεμνού εθνομάρτυρα και πρώτου κυβερνήτη τής νεώτερης Ελλάδας. Η δυτικοτραφής βαυαροκρατία επιδόθηκε μετά μανίας στην επιβολή τού δυτικού «δικαίου» επί τού ελληνικού λαού και στην παράλληλη εκρίζωση τής εθιμικής νομικής κληρονομιάς του, επιδιώκοντας τον περιορισμό των συνόρων τού έως τότε απελευθερωθέντος ελληνικού κράτους, τον αποκλεισμό των Ελλήνων οπλαρχηγών και των μαχητών τους από το πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο και την βίαιη υποταγή τού ελληνικού έθνους σε νομικά ιδεολογήματα που ακόπως και δικαίως θα προκαλούσαν γέλωτα, αποστροφή ή και οργή τόσο στον βυζαντινό, όσο και στον αρχαίο Έλληνα πολίτη.
Έκτοτε, μεταξύ μικρών περιόδων μεγάλης εθνικής ανάτασης, κερδισμένης πάντοτε με το σπαθί, περιόδων που ευλόγως φαντάζουν ως θεόσταλτες, και ίσως όντως να είναι, ο Ελληνισμός συνθλίβεται μεθοδικά εντός των αιμοσταγών νομιμοφανών λαβίδων των ποικίλων μεταλλαγών τού ρωμαϊκού «δικαίου» και των τυραννικών πρακτόρων και μισθοφόρων του, εντόπιων και αλλοδαπών. Ο δυτικόφρων – και παράφρων – νομικισμός, αποκρυπτόμενος κατά το δυνατόν όπισθεν τού δαπανηρού αλλά διάτρητου προσωπείου τού «δυτικού νομικού πολιτισμού», πάνοπλος και ανηλεής, συνεχώς επινοεί μεθόδους και όργανα καταπίεσης και εξολόθρευσης των εναπομεινάντων εν ζωή ηθικών, πολιτικών και πολιτισμικών αξιών-ερεισμάτων τού Ελληνισμού, δρώντας πλέον με τόσο πολύ θράσος και τόσο καταπληκτική αναίδεια, ώστε αποφεύγει να τηρήσει έστω και τα λεγόμενα «προσχήματα». Υπό αυτές τις προκλητικά ανευλαβείς συνθήκες, τις τρομακτικά ανελεύθερες και φρικτά αντιδημοκρατικές, οι κατά πλειονοψηφία ναρκωμένοι Νεοέλληνες υποχρεώνονται παντοιοτρόπως – όπως παρατηρείται κατ’ εξοχήν και κατά συρροήν επί των ημερών μας – να ανεχθούν και να εφαρμόσουν σε κάθε τομέα τού δημόσιου ή προσωπικού βίου τους ένα πλήθος νομιμοφανών, παράλογων εντολών που έρχονται σε ευθεία, προφανή και πλήρη αντίθεση με τα λαμπρά ήθη, τα σωτήρια έθιμα, τις υπέροχες παραδόσεις και την καλλιεργημένη συνείδηση των Ελλήνων, μακραίωνα πολύτιμα στοιχεία που συναποτελούν τον απαράμιλλο ελληνικό πολιτισμό, «δεύτερο ήλιο» γιά όλους, ανεξαιρέτως, τους επί Γης ενάρετους ανθρώπους.
Ποιό θα είναι, λοιπόν, το μέλλον τού Ελληνισμού; Οι περισσότεροι συνάνθρωποι απαντούν με μία λέξη: «άγνωστο». Αυτό είναι λάθος! Το μέλλον τού Ελληνισμού είναι γνωστό, αλλά μόνον σε όσους θυσιάζονται καθημερινώς υπέρ αυτού
8
επιτελώντας ευσυνείδητα το κατ’ εξοχήν ιερό καθήκον τους. Παρά ταύτα, αυτό το μέλλον δεν δύναται να αποκαλυφθεί δημοσίως. Αφενός το επιτρέπει – και το επιβάλλει – το Σύνταγμα, αλλά αφετέρου το απαγορεύει ο «νόμος»!
***
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
[1] Γιά τον βίο τού Ιεροκλή:
CALOGERO G., “Ierocle lo Stoico” (Enciclopedia Treccani, ψηφιακή έκδοση).
Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «ΗΛΙΟΥ», Αθήνα, 1975.
[2] Γιά τα κείμενα τού Ιεροκλή:
AOIZ J. – DENIZ MACHÍN D. – BRUNI CELLI B., “Elementos de Ética, Extractos de Estobeo y Glosas de la Suda de Hierocles el Estoico” (Helmantica, LXV, Enero-Junio, Salamanca, 2014).
ARMIN H. v., Stoicorum Veterum Fragmenta, Leipzig, Teubner, 1903-1905, 1924.
BASTIANINI G. – LONG A., “Dopo la nuova edizione degli “Elementi di etica di Ierocle Stoico” – Pberol 9780v” (Studi su Codice e Papiro Filosofici – Platone, Aristotele, Ierocle, Firenze, 1993).
BASTIANINI G. – LONG A., “Hierocles – Elementa Moralia” (Corpus dei Papiri Filosofici Greci e Latini, Firenze, 1992).
BOERI M., Los estoicos antiguos, Santiago de Chile, 2004.
RAMELLI I., Hierocles the Stoic: Elements of Ethics, Fragments and Excerpts, Atlanta, 2009.
[3] Γιά την διδασκαλία τού Ιεροκλή:
BADALAMENTI G., “Ierocle stoico e il concetto di συναίσθησις” (Annali del Dipartimento di Filosofia, III, Firenze, 1987).
BARNOUW J., Propositional Perception – Phantasia, Predication and Sign in Plato, Aristotle and The Stoics, University Press of America, USA, 2002.
9
BERMÚDEZ J. L., The Paradox of Self-Consciousness, MIT Press Paperback edition, Cambridge, Massachusetts, 2000.
CANCRINI A., Syneidesis – Il tema semantico della “con-scientia” nella Grecia antica, Edizioni dell’ Ateneo, Roma, 1970.
DELLE DONNE V., “Sulla nuova edizione della Ἠθικὴ στοιχείωσις di Ierocle Stoico” (Studi Italiani di filologia classica, XIII, 1995).
DENIZ MACHÍN D., “Hierocles y la Génesis de la Conciencia” (Azafea, 14, 2012).
FESTA N., “Ierocle – Un filosofo reditivo” (Atene e Roma, anno IX, 96, 1906).
VOGHT K. M., Law, Reason and Cosmic City – Political Philosophy in the Early Stoa, Oxford University Press, New York, 2008.
[4] Γιά την ελληνική ιστορία και γιά το δίκαιο:
Φέρελπις αρχή, γιά όποιον επιθυμεί να λάβει μία συνοπτική αλλά πλέον έγκυρη γνώση σχετικά με την ελληνική ιστορία, είναι η προσεκτική πραγματοποίηση επίσκεψης ή – καλύτερα – πολλών επισκέψεων στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://el-gr.facebook.com/ellinoistorein. Επίσης, η σοβαρή μελέτη τής «Ιστορίας τού Ελληνικού Έθνους» τού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, καθώς και η διεισδυτική ανάγνωση των πολυάριθμων ιστορικών πονημάτων τού ακάματου Σαράντου Καργάκου, αδιαμφισβήτητα αποτελούν μερικές εκ των καλυτέρων επιλογών γιά την πληρέστερη κατανόηση τού παρελθόντος μας και την λυσιτελέστερη αντιμετώπιση των ζωτικών προβλημάτων τού παρόντος και τού μέλλοντός μας.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι σημαντικότατη θα είναι η ωφέλεια όσων επιχειρήσουν να προσεγγίσουν νηφάλια και απροκατάληπτα τα έργα τού Ίωνα Δραγούμη («Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα», «Σαμοθράκη», «Όσοι ζωντανοί» κ. ά.) και τού Περικλή Γιαννόπουλου («Ελληνική Γραμμή» και «Ελληνικόν Χρώμα»), αλλά και το βαθυστόχαστο βιβλίο «Η εξωελληνική νοοτροπία και τα αίτιά της» τού Παναγιώτη Ήφαιστου.
Στην ακόλουθη διεύθυνση, εξάλλου, παρατίθεται μία αξιόλογη βιβλιογραφία σχετική με το δίκαιο: http://www.law.auth.gr/el/node/2041. Επίσης, η «Ιστορία Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου» τού Γ. Π. Νάκου παρέχει επαρκείς αφορμές γιά έναν γόνιμο προβληματισμό.
Α. Τ. – 04/10/2016
10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου