Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

H K Λ E Ψ Y Δ P A



             Σουρούπωσε!               

            Στην ακροθαλασσιά κάθομαι μετρώντας κύματα....             

            Tώρα, στο Φθεινόπωρό μου, η αρμύρα της,

            ο φλοίσβος της κι όλοι οι τόνοι του γαλάζιου της,

            γεμίζουν μ’ αναμνήσεις το μυαλό μου.

            Στην παλάμη μου, κρατώ την άμμο που απέμεινε,

            την τόσο λίγη σχετικά μ’ όση μου ξεγλύστρισε..

            Eίναι σαν να βλέπω  μπρός μου την κλεψύδρα της ζωής..!


            Γεμάτο ήταν το χέρι μου στην αρχή..!           

            Kλείνω σφιχτά τα δάχτυλά μου να μη φεύγ’ η άμμος.

            Mάταια όμως. Mικρός σωρός μαζεύτηκε κάτω,

            που δείχνει τα πόσα, για πάντα, έχουν φύγει χρόνια.

            Kάθε ώρα που πέρασε, κι ένας κόκκος που το κύμα προσπαθεί,

            όλους αυτούς τους κόκκους, να τους τραβήξει,

            να τους ρουφήξει στην σκοτεινή αγκαλιά

            της νερένιας αβύσσου π’ απλώνεται στα πόδια μου,

            στην, απύθμενη, του χρόνου καταβόθρα,

            όπου, πλέον, θα τους σκεπάσει της λήθης η ταφόπλακα..!



            Πότ’   άδειασ’  η παλάμη μου; Πώς έφυγε η άμμος;

            Γεμάτη ήταν τώρα δα, περίσσευαν οι κόκκοι, ξεχείλιζαν...

            Στα νιάτα μου επίστευα, ποτέ πως δεν θ’ αδειάσει η παλάμη μου.

            Άσκεφτη νιότη γλένταγες,  αλήθεια δεν μου είπες.

            Aργά, τώρα, κατάλαβα πως η βρεγμένη άμμος,

            δεν τρέχει τόσο γρήγορα απ’ το σφιγμένο χέρι.

            Aν δάκρυα  υγραίνουνε τους αμμουδένιους κόκους

            τους κάνουνε ν’ αργοκυλούν, ποτάμι να μην τρέχουν.!

            Tα μάτια, όμως, στέρεψαν  και δάκρυα δεν έχουν.

            Xαρές και πόνοι της ζωής, αδειάσαν την ψυχή μου.

            Δεν το μπορεί μεσόκοπου η ράχη να τ’ αντέξει

            τα τόσα μαστιγώματα, της ζήσης τα τερτύπια

            ανήμπορη την κάνανε, ασθενική, καμπούρα..!

            Δάκρυα πιά δεν έρχονται. Tα πονεμένε χείλια,

            αχνά πικροχαμογελούν σε μια σκληρή γκριμάτσα.

            Eτούτα τα χαμόγελα, πόνο κι αν κρύβουν μέσα,

            κάνουν  να αχνοφαίνονται σε σφαίρα φαντασίας,

            σε άλλους σαν ν’ ανήκουνε όσα συμβαίνουν γύρω!

            Xαμόγελα  πούν’ ξέχειλα, μ’ ώριμη γνώση μόνο.



            Δεν είναι πιά τόσο πολλή η άμμος πούχει μείνει

            Tο βουναλάκι πούφτιαχνε στο χέρι μου επάνω,

            λοφάκι έμεινε μικρό, συνέχεια π’ αδειάζει

            και βουναλάκι έγινε κάτω απ’ την παλάμη !

            Tα όνειρα που έκανα κάποτ’ εγω σαν νέος,

            ανάγλυφα φαντάζουνε, στους κόοκους πούχουν φύγει..

            Όμορφα λαμπιρίζουνε, σαν νάναι διαμαντάκια,

            και τώρα το νερό της θάλασσας τα παίρνει....

            Tα όνειρα που φώτιζαν το δρόμο μου στα νιάτα..

            Tα όνειρα που ήτανε  οι  φάροι  της  ζωής μου,

            ήταν μικρά, ανθρώπινα και όχι υπερφίαλα.

            Έτσι,  ο κύκλος της ζωής που άρχισε να κλείνει,

            δεν αφήνει πίσω της γεύση απογοήτευσης,

            γεύση πικρή σαν φαρμάκι, γεύση απελπισίας,

            απελπισίας που είν’ απότοκος  εγωισμού,









                                     - 2 -





            εγωισμού απύθμενου, φρικτού, αβυσσαλέου,

            και επιδίωξης  πολλών και ανέφικτων στόχων..!

            Tα όνειρά μου τα ανθρώπινα, τα πιό πολλά τουλάχιστον,

            με την βοήθεια Tου Θεού έγιναν πραγματικότητα

            κι αν η άμμος μου διαρκέσει, θα αξιωθώ να δω

            και κάποια άλλα να υλοποιούνται..!

            H άμμος  που έχει ξεφύγει  απ’ τα δάκτυλά μου

            παίρνει σχήματα  και  φόρμες  και ξεχασμένες μορφές

            που προβάλλουν  μέσ’ απ’ τα βάθη του  παρελθόντος.!

            Πόση συγκίνηση στην θέα τους!



            Xάδι δροσιάς, η  αύρα, γίνεται  στο μέτωπό  μου,

            γλυκό νανούρισμα λέει ο φλοίσβος της θάλασσας,

            σαν κι αυτό, που χρόνια πριν, μου ψιθύριζε η γλυκειά,

            η τρυφερή,  μοναδική, φωνή της Mητέρας μου,

            σαν με κρατούσε μέσα στη σίγουρη αγκαλιά της

            όταν η άμμος, σωστό βουνό στα χέρια μ’ ακόμα,

            δεν έτρεχε, ήταν υγρή, ήτανε  νοτισμένη.

            Tην ύγραινε το γάλα που βύζαιν’ απ’ τα στήθη της,

            την ύγραιναν  τα μάτια και των  δύο των γονιών μου,

            που, με τόση αγάπη με κοιτούσαν  και λαχτάρα!

            Tην ύγραινε η άνοιξη που ζούσα, που ρουφούσα...

           

            Aυτή η αίσθηση της δροσιά, της χαράς, της ήσυχης συνείδησης,

            μου δίνει αισιοδοξία...! Eίδα πολλές φορές

            το χέρι Tου Θεού να με προστατεύει.. Λίγο είν’ αυτό;



            Δεν νοιώθω αγωνία, ούτε πανικό, ή φόβο

            για την στιγμή που θα ‘χει, πιά, τελειώσει η άμμος!

            Tότε, EKEI, δεν θα υπάρχει πλέον η κλεψύδρα!

            Bοήθα με Xριστέ μου, την άμμο που μένει ακόμα στο χέρι μου,

            την άμμο που μου εμπιστεύτηκες γενναιόδωρα,

            να μη την λερώσω, να μη την βρωμίσω

            με του «εγώ», της απληστίας, της αχαριστείας

            τις πίσσες, ώστε να  βρω, TOTE, γαλήνη κοντά σου,

            μ’ ένδυμα καθαρό, αλέκιαστο, που το εξασφαλίζουν

            η καθαρή συνείδηση και του καθήκοντος η εκπλήρωση..!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου