Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Βουρκωμένες μέρες (1953). Του Μενέλαου Λουντέμη


Το 1956, μετά από εννέα χρόνια εξορίας, οι δεσμώτες του μετέφεραν τον Μενέλαο Λουντέμη από τον τόπο εξορίας ετοιμοθάνατο από τις κακουχίες και το ξύλο στην Αθήνα για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο συλλογή διηγημάτων του που είχε εκδοθεί το 1953 με γενικό τίτλο ´Βουρκωμένες μέρες´, αναφέρονται ´…προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας…´.
Το ακραίο αυτό παράδειγμα μετεμφυλιακής μισαλλοδοξίας δεν ήταν φυσικά το μόνο: είχε προηγηθεί το 1950 η σύλληψη του Νίκου Μπελογιάννη στην Αθήνα2, η πρώτη δίκη τo 19513 και η θανατική καταδίκη 12 συνολικά κατηγορουμένων4 με βάση τον ίδιο αναγκαστικό νόμο 509/1947. Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, Νικόλαος Πλαστήρας είχε υποσχεθεί αμνηστία κάτω και από τη διεθνή κινητοποίηση και κατακραυγή. Ωστόσο η απόφαση για την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και κάποιων συντρόφων του είχε ήδη παρθεί.
Οι ´Βουρκωμένες μέρες´ είναι μια συλλογή κειμένων, που διηγούνται ιστορίες ανθρωπιάς στο πιο απάνθρωπο πλαίσιο, το πλαίσιο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και του εμφύλιου που ακολούθησε. Ο συγγραφέας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, στον κόσμο του μίσους, της αγάπης, της προσμονής. Τα 14 διηγήματα, με ήρωες ανθρώπους του μόχθου, της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση, ανθρώπους καθημερινούς, κυνηγημένους από το παρακράτος, θύματα μιας αχαλίνωτης μισαλλοδοξίας, στέκονται εκεί αντίκρυ μας με μάτια απορημένα σ’ ένα ατέλειωτο ´γιατί´. Με αδρό, πλούσιο, παραστατικό λόγο καταγράφει τις ταλαιπωρίες ενός λαού που υφίσταται τη βία μες στις φυλακές και στις εξορίες, ενός λαού όμως αλύγιστου, περήφανου, που ψάχνει για φως κι ελπίδα5.
Ανάλογο είναι και το θέμα στον βασανιστή ´Μαέστρο´: ο βασανιζόμενος αγωνιστής δε λυγάει, η αγωνία και η παραδοχή της ήττας αλλάζει στρατόπεδο.
Στη συλλογή διηγημάτων ´Βουρκωμένες μέρες´ ο συγγραφέας στρέφει το βλέμμα του στις ´παράπλευρες´ συναισθηματικές απώλειες, εκτός του πεδίου των μαχών, μακριά από τα στρατόπεδα: ένα παιδάκι περιμένει άδικα τον μπαμπά του για να έρθει μαζί του κι ο Αϊ-Βασίλης, μια γιαγιά προσδοκά μάταια τον εγγονό της να της μάθει τι είναι ´θάλασσα´…
Μια σκληρή ιστορική εποχή ζωντανεύει αδρά από την πένα του Λουντέμη. Η συλλογή περιείχε πολύ τρυφερά διηγήματα με απαράμιλλη ποιητική γλώσσα.
Το βιβλίο όμως εκρίθη από τις Αρχές (διάβαζε Ασφάλεια) αντεθνικό και επαναστατικό, γιατί μπορεί η Ελλάδα τυπικά να ήταν βασιλευόμενη δημοκρατία, πλειοψηφούν κόμμα η ΕΡΕ και πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην πραγματικότητα όμως κυβερνούσε το Παλάτι διά του κοτζαμανικού ´Παρακράτους´, έχοντας στηρίγματα στις ένοπλες δυνάμεις κάτω από το σχεδόν αποικιοκρατικό καθεστώς της αμερικανοκρατίας που είχε εγκαθιδρυθεί μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου.
Στη δίκη που έγινε την Τρίτη, 13 Μαρτίου του 1956, ο Λουντέμης μαζί με τους τρεις συγκατηγορούμενούς του (Ν. Αμπατιέλο, Γ. Χριστοδουλάκη, Ι. Γαμβιέλο) είχαν μεταχθεί στην Αθήνα από τον Αη-Στράτη, όπου βρίσκονταν εκτοπισμένοι, για να δικαστούν6.
Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: ´Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα.
Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς.
Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς´.
Κατά την εξέταση του βασικού μάρτυρα κατηγορίας Καραχάλιου, ανώτερου αξιωματικού της Γενικής Ασφαλείας, ο οποίος διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Λουντέμη για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του πώς τα διηγήματα του συγγραφέα ´καλλιεργούν το μίσος´, ο συνήγορος των κατηγορουμένων κ. Θεοτοκάτος διάβασε στίχους των οποίων δεν αποκάλυψε τον ποιητή και ρώτησε τον μάρτυρα αν οι στίχοι αυτοί είναι ανατρεπτικού χαρακτήρα.
Το περιστατικό αποτυπώνεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου Λάμπρου Ζιώγα:
Η προδοσία του…Παλαμά
[…] «Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας,
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
Του μακρεμένου αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι.
Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά , στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:
– Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
Ο Καραχάλιος (μάρτυρας- αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Υστερα από λίγο λέει:
– Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
– Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.
Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
Και κάλλιο ανοίχτε , τάφοι,
Και, δυναμίτη, βρόντηξε
Και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τα’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να ’ρθη.
Γκρεμίζω την ασχήμια…
Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:
– Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:
– Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
– Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;
– Ναι, με ενδιαφέρει.
– Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.
– Μα ξέρετε κύριε συνήγορε… Οταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.
– Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας :
– Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:
– Αφήστε κύριε εισαγγελέα. Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντάς τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
– Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Ελλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Ετρεμε ολόκληρος από τον θυμό του. 
– Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κ.λπ. κ.λπ. είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα ´Ο εκδικητής´ που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Ελληνες. Εκείνος που το ’γραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή, Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:
– Οσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο ´Βουρκωμένες μέρες´ και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
– Ανθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα»7.
Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν8 στη δίκη του, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του ´είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον´. Χαρακτηριστική για το μαχητή συγγραφέα και το έργο του είναι η κατάθεση του λογοτέχνη Στρατή Δούκα, γενικού γραμματέα της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στη δίκη του Λουντέμη το 1956:
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του, το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Οταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ… πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…». Και ο Λουντέμης απαντά: ´Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!´. Το αποτέλεσμα αυτής της δίκης, ωστόσο, ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του Λουντέμη. 
Ο Λουντέμης θα επιστρέψει στον τόπο της εξορίας του, τον Άη- Στράτη, και θα παραμείνει εκτοπισμένος για δυο ακόμα χρόνια χωρίς να του έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1)       Μενέλαου Λουντέμη, Βουρκωμένες μέρες, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 91. Η πρώτη έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Μενέλαου Λουντέμη «Βουρκωμένες μέρες» έγινε στην Αθήνα το 1953 από τις εκδόσεις «Ο Σύγχρονος»
(2)        Τον Δεκέμβρη του 1950 ο Νίκος Μπελογιάννης συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, το οποίο αποτελούσαν οι Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Γ. Παπαδόπουλος (μετέπειτα δικτάτορας), Ν. Κομιάνος, Γ. Κοράκης, και Θ. Κυριακόπουλος.
(3)       Η πρώτη δίκη του Ν. Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 93 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. «Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ’ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», θα δηλώσει ο Ν. Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του.
(4)       Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. Σε θάνατο καταδικάστηκαν: Νίκος Μπελογιάννης, Έλλη Ιωαννίδου, Στέργιος Γραμμένος, Τάκης (Δημήτρης) Καλοφωληάς, Θεοδώρα Γεωργιάδου, Αφροδίτη Μανιάτη, Θανάσης Κανελλόπουλος, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Πέτρος Παπανικολάου, Στάθης Δρομάζος, Καλλιόπη Παπαδοπούλου, Λίζα Κόττου. Ακόμη καταδικάστηκαν 3 σε ισόβια, 12 σε ειρκτή ή φυλάκιση. Οι υπόλοιποι σε μικρότερες ποινές ή αθωώθηκαν.
5)       Ένα τέτοιο ήθος καταγράφει και ο Μάνος Ζαχαρίας στην μικρού μήκους ανθρωποκεντρική ταινία του, «Πρωινό Δρομολόγιο» που βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Μενέλαου Λουντέμη (βλ. Μενέλαου Λουντέμη, Βουρκωμένες μέρες, ο.π., σελ. 59-67), γυρισμένη το 1959. Ένα χρόνο αργότερα, ο Μάνος Ζαχαρίας μεταμορφώνει το λιμανάκι της Κριμαίας σε ελληνικό νησί και δίνει στη Μαύρη θάλασσα, φως Αιγαίου με τους Σφουγγαράδες, μια ελεύθερη διασκευή από το διήγημα του Ν. Κάσδαγλη Ο Μηχανικός. Η ταινία κόβει 18 εκατομμύρια εισιτήρια στην πρώτη της προβολή.
(6)       Βλ. εφημ. Ελευθερία: «Ηθωώθη υπό του Τριμελούς Πλημμελιοδικείου ο Μενέλαος Λουντέμης διά τα διηγήματά του», Πέμπτη 15 Μαρτίου 1956, σελ. 5.
(7)       Βλ. Λάμπρου Ζιώγα, δημοσιογράφου, «Η δίκη του Λουντέμη», Αθήνα, εκδ. Στρουμπούκης Κ.
(8)       Μάρτυρες υπεράσπισης ήταν ο Άγις Θέρος (πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών), ο Γιώργος Θεοτοκάς (λογοτέχνης), ο Θ. Συνοδινός (διευθυντής της Λυρικής Σκηνής), ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο Στράτης Δούκας (γενικός γραμματέας της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών), ο Ασημάκης Πανσέληνος (λογοτέχνης) και ο Κώστας Κοτζιάς (θεατρικός συγγραφέας και εκδότης).
*Εκπαιδευτικός Δ.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου