Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (1891-1975): από την Παλινόρθωση του 1935, στην αντίσταση κατά του κατακτητή

Γράφει ο Φιλίστωρ
Πρόλογος- από πού προέρχεται το όνομα του
Ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης γεννήθηκε στην Αλωνίσταινα Αρκαδίας στις 17 Ιουλίου 1891. Το κακόηχο επώνυμο του ανάγεται στην επανάσταση του 1821 όπου ο παππούς του Βασίλης Δημητρακόπουλος ήταν οπλαρχηγός του Κολοκοτρώνη. Όταν το 1826 κάποιοι κάτοικοι της Πελοπονήσου λιγοψυχούσαν και τουρκοπροσκυνούσαν, ο Δημητρακόπουλος τους τιμωρούσε σκληρά. Τότε ο Κολοκοτρώνης του είπε :" Τούρκος είσαι ρε Βασίλη και τους τιμωρείς έτσι;" και έτσι επονομάστηκε Τουρκοβασίλης.

Βαλκανικοί - Διχασμός

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος στην Τρίπολη ενώ συμμετείχε ως εθελοντής οπλίτης  στην εθνική εξόρμηση του 1912-13, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι. Η πολιτική του ιδεολογία ήταν συντηρητική και φιλοβασιλική,έτσι κατά τον Εθνικό Διχασμό συντάχθηκε ανεπιφύλακτα στο πλευρό του Θρόνου (ήταν άλλωστε και Γερμανόφιλος). Μετά την αυτοεξορία του Βασιλιά και την ενοποίηση του κράτους υπό τους Βενιζελικούς το 1917, αρχικά φυλακίστηκε στην Αίγινα μαζί με άλλους αντιφρονούντες και μετά την αποφυλάκιση του παρέμεινε σε περιορισμό κατ΄ οίκον ως πολιτικός αντίπαλος των Βενιζελικών. Την ίδια περίοδο, ο αδερφός του Βασίλης που υπήρξε στο παρελθόν βουλευτής Αρκαδίας με αντιβενιζελική δράση, εξορίστηκε στην Κρήτη όπου και πέθανε.


Μεσοπόλεμος - υπουργός Δικαιοσύνης το 1926 και Παιδείας το 1935

Μετά την αμνηστία και την απελευθέρωση του που δόθηκε από τους βενιζελικούς λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, συμμετείχε σε αυτές  αντικαθιστώντας τον αδερφό του στους συνδιασμούς και πρωτοεξελέγη βουλευτής Αρκαδίας με την "Ηνωμένη Αντιπολίτευση". Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την "εκτέλεση των έξι" γνωρίστηκε με τους Φίλωνα και Αγγελόπουλο (σύμβουλοι του Γεωργίου Β΄) αλλά και με τον Μεταξά. Οι τέσσερις άνδρες συνδέθηκαν με σταθερή φιλία, οι τρεις πάντρεψαν τον Τουρκοβασίλη και αυτός προσχώρησε στο κόμμα των "Ελευθεροφρόνων" του Ιωάννη Μεταξά αμέσως μετά την ίδρυση του. Μεταξάς και
Υπουργός Δικαιοσύνης το 1926 (μετά την ορκωμοσία του)
Τουρκοβασίλης διετέλεσαν στενοί συνεργάτες καθ΄ όλη την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Μετά τις εκλογές του 1926 και τον σχηματισμό Οικουμενικής κυβέρνησης διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης κρατώντας το ένα από τα δύο χαρτοφυλάκια που είχε το κόμμα του Μεταξά ως συμπολίτευση. Το 1928 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής καθώς το κόμμα των Ελευθεροφρόνων ηττήθηκε κατά κράτος στις εκλογές ακολουθώντας τον γενικότερο εκλογικό καταποντισμό των δεξιών κομμάτων λόγω της επιστροφής Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο. Ο Μεταξάς αποσύρθηκε (προσωρινά) από την πολιτική και ο ίδιος εξελέγη γερουσιαστής ένα χρόνο μετά.

Μετά την εκ νέου επιστροφή του Μεταξά στο πολιτικό προσκήνιο στις εκλογές του 1932, ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο της Παιδείας στην κυβέρνηση Τσαλδάρη του 1933, αντιπροσωπεύοντας τους "Ελευθερόφρονες". Δικό του έργο υπήρξε η ίδρυση Παιδαγωγικών Ακαδημιών σε όλη τη χώρα,  ενώ  στις ημέρες του αποπερατώθηκε έπειτα από συνεχείς του παρεμβάσεις η δημιουργία του Δικαστικού Μεγάρου Τριπόλεως. Επιπλέον, μαζί με τις Παιδαγωγικές Ακαδημίες ίδρυσε και την Ακαδημία Σωματικής Αγωγής, η οποία θα ήταν ισότιμη με τα υπόλοιπα πανεπιστήμια. Ήταν ο πρώτος υπουργός Παιδείας που θέσπισε τον θεσμό της προκήρυξης για την συγγραφή των σχολικών εγχειριδίων από ομάδες επιστημόνων και σχολικών συμβούλων, εξσφαλίζοντας την ποιότητα και την αξιοκρατία στο ζήτημα αυτό. Υποστήριξε την απλή καθαρεύουσα ως τύπο γλώσσας που εκφράζει το μεγαλείο του Ελληνικού Έθνους και καταδίκασε τον δημοτικισμό που είχε κερδίσει έδαφος επί Βενιζέλου, περιορίζοντας την δημοτική γλώσσα στις πρώτες τέσσερις τάξεις του δημοτικού. Προάσπισε τον πατριωτικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης καταδικάζοντας δημοσίως τις αριστερές παιδαγωγικές ιδέες του Γληνού και κατέκρινε από το βήμα της βουλής, τις γλωσσικές επιλογές του καθηγητή φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου πανεπιστημίου Χαράλαμπου Θεοδωρίδη. Πολιτικά, υπήρξε αντικομμουνιστής και πρόμαχος της σκληρής γραμμής εναντίον των Βενιζελικών, αρνούμενος να υπογράψει μια περιορισμένης έκτασης αμνηστία για αξιωματικούς που έλαβαν μέρος στο αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα τον Μάρτιο του 1933, ενώ μετά το δεύτερο αποτυχημένο Βενιζελικό κίνημα του 1935 πρέσβευε την κάθαρση των δημοσίων υπηρεσιών από τους δεδηλωμένους φανατικούς Βενιζελικούς. 

Στην διετία που ακολούθησε, ο Τουρκοβασίλης αυτονομήθηκε από τον Μεταξά αποσπώντας από τους "Ελευθερόφρονες" δύο πληρεξουσίους στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση και πρωτοστάτησε μαζί με άλλους πολιτικούς του "Λαϊκού κόμματος" υπό τον Θεοτόκη στην Παλινόρθωση του Θρόνου το 1935, συνεργαζόμενος με τους Παπάγο και Κονδύλη. Η διαφωνία μεταξύ Μεταξά - Τουρκοβασίλη αφορούσε τον χρόνο του δημοψηφίσματος, τον οποίο ο Μεταξάς μετέθετε στο μέλλον σε μια προσπάθεια να διαφοροποιηθεί πολιτικά από τον Κονδύλη. Ο Τουρκοβασίλης συμφώνησε με την άμεση διενέργεια του δημοψηφίσματος προσεγγίζοντας τον Κονδύλη, διασπαστικό ελιγμό που δεν του συγχώρησε ποτέ ο Μεταξάς. Στην κυβέρνηση Κονδύλη το 1935 ο Τουρκοβασίλης είχε επίσης το χαρτοφυλάκιο της Παιδείας. Εκεί χώρισαν οριστικά οι πολιτικοί του δρόμοι με τον Μεταξά, καθώς με την πολιτική του ομάδα θα συνεργαστεί με τον Κονδύλη στις εκλογές του 1936 σε ένα συνασπισμό υπό το όνομα "Γενική Λαϊκή ριζοσπαστική Ένωσις" ο οποίος απέσπασε το ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό 19,89%, μόλις 2 μονάδες πίσω από το Λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη, έχοντας μεγάλη επιρροή στην Πελοπόννησο, αλλά σαρώνοντας κυριολεκτικά στην Αττική, που ήταν τα δύο παραδοσιακά προπύργια της Βασιλείας στην Ελλάδα τα χρόνια του μεσοπολέμου.Κατά την διάρκεια της 4ης Αυγούστου αντιτάχθηκε στο καθεστώς, δεν είχε επαφή με τον Μεταξά στον οποίο ασκούσε σκληρή δημόσια κριτική. Πριν την 28η Οκτωβρίου συνελήφθη από τον Μεταξά ως συνωμότης με άλλους Γερμανόφιλους που επεδίωκαν την πτώση της 4ης Αυγούστου και την συνεννόηση με τους Γερμανούς. Εκτοπίστηκε στην Άνδρο, όπου και παρέμεινε ως τον θάνατο του Μεταξά. 

Κατοχή - διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος

Αρχές Νοεμβρίου του 1940 έστειλε συγχαρητήρια κολακευτική επιστολή στον Μεταξά για το "ΟΧΙ" επιδιώκοντας επανασύνδεση, αλλά η υποδοχή της υπήρξε παγερή.  Λίγο πριν την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα κατάφερε και απελευθερώθηκε από το κρατητήριο που είχε μεταφερθεί στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της Κατοχής αρχικώς προβλήθηκε ως πιθανός υπουργός στις πρώτες κατοχικές κυβερνήσεις λόγω της δεδηλωμένης Γερμανοφιλίας του. Τελικώς ανέλαβε την διοίκηση της Εθνικής τράπεζας από την δοσίλογη κυβέρνηση Ράλλη τον Μάρτιο του 1943, αλλά τρεις μήνες μετά συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε. Παρά την γερμανοφιλία του, ο Τουρκοβασίλης δεν δίστασε όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του Διοικητή να πει στο λόγο που εκφώνησε στις 19/04/1943 προς τους υπαλλήλους της Τράπεζας της Ελλάδος παρουσία του Γερμανού Επιτρόπου,  ότι η διαμονή του θα ήταν βραχεία και ότι η αναχώρησή του θα σήμαινε την ελευθερία της Ελλάδας. Ο Τουρκοβασίλης δεν δίστασε στο λόγο του να δώσει το στίγμα της ιδεολογίας του. Δήλωσε με υπερηφάνεια ότι:
«Η Ελλάδα θα συνεχίσει την πολιτιστικήν της αποστολήν, την οποίαν πιστεύομεν ότι ανέθηκεν εις αυτήν η θεία Πρόνοια, κατεκύρωσεν η μακρά ιστορία της και ανεγνώρισεν η παγκόσμιος συνείδησις.»
Παράλληλα, προέτρεψε τους εργαζόμενους:
«Αφοσιωθήτε λοιπόν εις την Τράπεζαν και κλείσατε τα ώτα σας προς κηρύγματα τα οποία είναι ξένα και αντίθετα προς τας ωραίας ελληνικάς παραδόσεις αι οποίαι συνίστανται εις την αγάπην προς την Πατρίδα, την θρησκείαν, την οικογένειαν, το καθήκον».
Στην Τράπεζα κατά το σύντομο διάστημα της θητείας του Τουρκοβασίλη συνέβησαν πολλά: Εμπόδισε τη σύλληψη 4 ατόμων από την Ειδική Ασφάλεια γνωστοποιώντας παράλληλα τα ονόματά τους στον Πρόεδρο του Συλλόγου των Υπαλλήλων, ικανοποίησε πολλά από τα θεσμικά και οικονομικά αιτήματα των εργαζομένων, έκανε προαγωγές, προσλήψεις και αυξήσεις στους μισθούς. Οι κυνηγημένοι από το ΕΑΜ αξιωματικοί που είχαν καταφύγει στην Αθήνα συμπεριλήφθηκαν στα συσσίτια των εργαζομένων στην Τράπεζα. Έδωσε δάνειο στους πρόσφυγες της Μακεδονίας και της Θράκης που εκδιώχθηκαν από τους Βούλγαρους και ήρθε σε ρήξη με το Γερμανό επίτροπο της Τράπεζας που δεν ήθελε να επικυρώσει το δάνειο.
κτήριο της Τράπεζας της Ελλάδος
Ταυτόχρονα με μυστικότητα ενίσχυε χρηματικά όλες τις αντικομμουνιστικές και εθνικιστικές οργανώσεις. Όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, γι' αυτό το λόγο αντάρτες εκτέλεσαν τον αδελφό του και αυτός ήταν επίσης ο λόγος που δεν εκτελέστηκε ο ίδιος από τους Γερμανούς όταν οδηγήθηκε μετά από το γεγονός της 28ης Οκτωβρίου του 1943 στη φυλακή.

Η μεγάλη στιγμή του Τουρκοβασίλη ήταν αναμφίβολα η έγκριση που έδωσε για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου από τους υπαλλήλους της τράπεζας της Ελλάδος με μονόωρη στάση εργασίας, παρά την απαγόρευση από τις Γερμανικές αρχές. Το προσωπικό της τράπεζας αψήφισε τις Γερμανικές απειλές και συγκεντρώθηκε στην μεγάλη αίθουσα για να παρακολουθήσει τον εορτασμό. Ενώ η εκδήλωση βρισκόταν σε εξέλιξη τμήμα των γερμανικών SS απέκλεισε το τετράγωνο που βρισκόταν το κτήριο και στρατιώτες εισέβαλαν στην αίθουσα όπου βρισκόταν ο κόσμος πυροβολώντας. Όλοι οι υπάλληλοι διασκορπίστηκαν πανικόβλητοι στα γραφεία του κτηρίου. Τα SS μάζεψαν εκ νέου τους υπαλλήλους στην μεγάλη αίθουσα και τους εξανάγκασαν στο βασανιστήριο της ορθοστασίας επί ώρες ασχέτως ηλικίας και φύλου, ενώ διεξήγαγαν έρευνες για να βρουν τίνος ήταν η πρωτοβουλία για την εκδήλωση. Ο Τουρκοβασίλης συνελήφθη και οδηγήθηκε στην αίθουσα όπου πήρε όλη την ευθύνη για την εκδήλωση, αν και γνώριζε ποια θα μπορούσε να είναι η τύχη του. Αμέσως μετά οι Γερμανοί συνέλαβαν εκτός του Τουρκοβασίλη αρκετούς υπαλλήλους από όλες τις βαθμίδες τις ιεραρχίας της τράπεζας και τους οδήγησαν στα διαβόητα κρατητήρια της οδού Μέρλιν και έπειτα στις 29 Οκτωβρίου στις φυλακές Αβέρωφ.   

Από τους φυλακισθέντες κάποιοι απελευθερώθηκαν, αλλά κάποιοι άλλοι εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αυστρία από όπου δύο δεν γύρισαν ποτέ. Για τους φυλακισθέντες διαμαρτυρήθηκαν όλες οι επαγγελματικές και επιστημονικές οργανώσεις των Αθηνών, καθώς και ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και στο πάνδημο αυτό ενδιαφέρον χρωστούν την ζωή τους όσοι γλύτωσαν. Ο Τουρκοβασίλης κρατήθηκε στην φυλακή για τρεις μήνες υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης, μαζί με άλλους ποινικούς κρατουμένους. Η γενναία στάση του αναγνωρίστηκε ακόμη και από την Αριστερά, καθώς ένα χρόνο αργότερα όταν η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου εορτάσθηκε επίσημα εκ νέου στην τράπεζα αφού είχαν αποχωρήσει τα Γερμανικά στρατεύματα, ο εκπρόσωπος του ΕΑΜ απέδωσε τιμή στους υπαλλήλους που αντιστάθηκαν σθεναρά στους Γερμανούς και σχολιάζοντας τη στάση του Θ. Τουρκοβασίλη είπε ότι: «που καίτοι είχε έλθει με σκοπόν να κτυπήση το απελευθερωτικό Μέτωπο στην Τράπεζα, καίτοι ήτο Διοικητής της Κατοχής, την τραγική εκείνη ημέρα στάθηκε Έλληνας σε δύσκολες για τους υπαλλήλους στιγμές παίρνοντας μέρος της ευθύνης επάνω του, ευθύνης που δεν είχε».

Μεταπολεμικά
Κατά τα Δεκεμβριανά, οι κομμουνιστές απήγαγαν τον αδερφό του Γιώργο τον οποίο και εκτέλεσαν, παρά τις ενέργειες του Αρχιεπισκόπου και αντιβασιλέα Δαμασκηνού, που καθυσήχαζε με επιστολές του τον Τουρκοβασίλη. Μετά την απελευθέρωση, ο Τουρκοβασίλης συνεπής στην φιλοβασιλική και σφοδρά αντικομμουνιστική ιδεολογία του που ενισχύθηκε από την δολοφονία του αδερφού του, ο Τουρκοβασίλης ίδρυσε το 1946 το κόμμα των "Ελευθεροφρόνων", με προφανή πολιτική αναφορά στον Ιωάννη Μεταξά, το οποίο στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές εξέλεξε 9 βουλευτές αποσπώντας το 2,94% των ψήφων. Ο Τουρκοβασίλης εξελέγη βουλευτής υποστηρίζοντας την επιστροφή του Βασιλιά στο δημοψήφισμα που ακολούθησε, ενώ επέκρινε την πολιτική κατευνασμού του Σοφούλη έναντι των κομμουνιστών. Υποστήριξε τον εξοπλισμό των εθνικοφρόνων πολιτών της υπαίθρου για να αυτοαμυνθούν έναντι των κομμουνιστών ανταρτών, ενώ στις 24 Απριλίου 1947 ζήτησε από το βήμα της βουλής να τεθεί το ΚΚΕ εκτός νόμου και να συλληφθεί άμεσα η ηγεσία του. Έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Σοφούλη - Τσαλδάρη και υπερψήφισε την γενική αμνηστία (αν και οφθαλμοφανώς δεν την πίστευε σαν λύση) ζητώντας όμως επιτακτικά να επεκταθεί αυτή και στους εθνικόφρονες που βρίσκονταν στις φυλακές κατηγορούμενοι για αυτοδικίες. Λίγα χρόνια μετά, σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη και τον Κώστα Κοτζιά (παλαιούς στενούς συνεργάτες του Ιωάννη Μεταξά και υπουργούς της δικτατορίας 4ης Αυγούστου), ίδρυσαν την "Πολιτική Ανεξάρτητη Παράταξη", κόμμα που είχε ως ιδεολογία την πολιτική του Ιωάννη Μεταξά. Το κόμμα έλαβε μέρος στις εκλογές του 1950, στις οποίες κατέγραψε πολύ μεγάλη δυναμική, ειδικά στην
Ο Τουρκοβασίλης με τον Βασιλιά Παύλο
Πελοπόννησο και στην Αθήνα, όπου δραστηριοποιούνταν οι ηγέτες του. Συγκεκριμένα έλαβε 137.618 ψήφους, ποσοστό 8,15% και εξέλεξε 16 βουλευτές, συντελώντας στη πολυδιάσπαση της Δεξιάς και στην πολιτική κυριαρχία Βενιζελικών και κεντρώων για την επόμενη διετία. Αμέσως μετά η πολιτική δυναμική του κόμματος απορροφήθηκε από την εμφάνιση του Παπάγου στο προσκήνιο και του "Εθνικού Συναγερμού", ο οποίος έθεσε όλους τους παλαιούς ηγέτες της άκρας Δεξιάς στο πολιτικό περιθώριο, ανάμεσα τους και τον Τουρκοβασίλη παρά το γεγονός ότι συνδέονταν με φιλία από το 1935.

Ούτε ο Καραμανλής χρησιμοποίησε τον Τουρκοβασίλη στα χρόνια που ακολούθησαν, πιθανά επειδή πολιτικά ταυτιζόταν με την άκρα δεξιά. Ο Τουρκοβασίλης κατέβαινε επίμονα ως αυτόνομος στις εκλογές και κατάφερνε να καταγράφει πάντοτε μια δυναμική στον νομό Αρκαδίας, χωρίς όμως να εκλέγεται εκ νέου βουλευτής. Το 1958 συμμετείχε στην πολιτική κίνηση της "Ένωσης Λαϊκού κόμματος" μαζί με τους Γεώργιο Ράλλη, Παναγή Παπαληγούρα και Παναγιώτη Κανελλόπουλο που επίσης καταποντίστηκε στις εκλογές του 1958 στις συμπληγάδες τις πολιτικής πόλωσης της εποχής. Το 1961 συνεργάστηκε με την "Ένωση Κέντρου" χωρίς πάλι να εκλεγεί βουλευτής. Έκτοτε, δεν πολιτεύτηκε εκ νέου, όμως παρέμβαινε στην δημόσια ζωή με άρθρα στον τύπο όπου κατέγραφε τις απόψεις του.

Στο κυπριακό, συμμετείχε δυναμικά στα πρώτα συλλαλητήρια υπέρ της Ένωσης του νησιού με την Ελλάδα ως ομιλητής, υποστήριξε με δυναμική αρθρογραφία στον τύπο την ενωτική πολιτική του Γρίβα κατηγορώντας την πολιτική Μακαρίου ως εγωκεντρική και τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου ως "Ανταλκίδειο ειρήνη". Αργότερα, το 1964 υποστήριξε δημοσίως την λύση του σχεδίου Άτσεσον ως εναλλακτική στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί ώστε να αποφευχθεί ο Ελληνο-τουρκικός πόλεμος. Πέθανε στις  1975 στην Αθήνα.

Αποτίμηση

Ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης υπήρξε συνεπής στην ιδεολογία του καθόλη την πολιτική του σταδιοδρομία. Υπήρξε ευγενική φυσιογνωμία με ρητορικό ταλέντο, αλλά και διοικητικές ικανότητες. Αν και Γερμανόφιλος συμμετείχε σε μια από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις κατά των Γερμανών. Δεν συντάχθηκε ποτέ με κόμματα εξουσίας αν και είχε κάποιες ευκαιρίες και υποστήριξε με επιμονή την ιδέα του Ελληνικού Έθνους ως βασική επιλογή για όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου. Αν και συγκρούστηκε προπολεμικά με τον Μεταξά, μεταπολεμικά χρησιμοποίησε το όνομα του και τις ιδέες του σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις με σχετική επιτυχία ειδικά στην Πελοπόννησο. Υπήρξε μαχητικός και επίμονος και τον διέκρινε προσωπικό θάρρος και ψυχραιμία.

Πηγές

Ρεβέκα Γαλανού - Τουρκοβασίλη, Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (Ιστορική αναφορά), εκδόσεις Ι. Σιδέρης 



Gunnar Herring, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα (1821-1936) τ. Β΄, εκδόσεις ΜΙΕΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου