Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

ΑΡΒΑΛΙ-ΤΣΙΠΑ-ΣΕΡΓΟΥΝΙ.ΛΕΞΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
Με αφορμή:
1. Την επισκεψή μου στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, στην έκθεση νύφες, στις 29-3-2014,ειπώθηκαν πολλά λαογραφικά για το γάμο και  διάφορες λέξεις που στα παιδικά μας χρόνια, ήταν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. 
2.Τις Μεσσηνιακές λέξεις και φράσεις που υπάρχουν στο παρακάτω ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Τις λέξεις αυτές μπορείτε να τις στείλετε στο e-mail: agsaouti@gmail.com, ή αν θέλετε τηλεφωνείστε  στο κινητό  6938 332788. Τέλος, να θυμίσουμε ότι η έρευνα που κάνουμε για την παράδοση και λαογραφία, δεν είναι μόνο δική μας προσπάθεια, θα πρέπει να είναι όλων των Μεσσηνίων. 

3. Το καθηγητή γλωσσολογίας,του πανεπιστημιόυ της Πάτρας Γεώργιο Ξυδόπουλο, που εδώ και πολύ καιρό θέλει να γράψει το λεξικό, των λέξεων-φράσεων με την εννοιολογική τουςσημασία και επεξήγηση. Έτσι γράφουμε σήμερα,για τις λέξεις ΑΡΒΑΛΙ, ΤΣΙΠΑ, και  ΣΕΡΓΟΥΝΙ, που οι 2 πρώτες λέξεις δεν υπάρχουν στις μεσσηνιακές λέξεις φράσεις.
ΜΑΓΓΑΝΑΠΗΓΑΔΟ
ΠΗΓΑΔΙ-ΚΟΥΒΑΣ-ΑΡΒΑΛΙ
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΛΥΡΑ, ΤΟ 1971, ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ, ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΜΠΑΖΩΘΕΙ.ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΙΣΩ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ  ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΙΑΤΡΕΙΟΥ
1. ΑΡΒΑΛΙ
Προέρχεται απ’ το ρήμα αρβαλάω: προκαλώ θόρυβο, φασαρία, συχνά βροντώντας κάτι, (κι αυτό απ’ τη ρίζα -ρα- > ρήγνυμι (γ>β) > ραβάσσω > αρραβάσσω (α, ευφωνικό.) > αραβέω > άραβος > αρβαλώ).
 Λαβή κατσαρόλας (και γενικά σκεύους). Θηλυκοποιημένο, απ’ το αρβάλι που είναι μεταλλικό κινητό χερούλι καζανιού, κατσαρόλας μεσαίου μεγέθους, χύτρας, κουβά ·Όταν δεν χρειάζεται να μετακινήσουμε το σκεύος, πέφτει στο πλάϊ (κάνοντας θόρυβο - αρβαλώντας).
  Kατά τόπους σημαίνει το i) χάλκινο σκεύος περίπου σε μέγεθος κατσαρόλας που είχε τέτοια λαβή, (αρβαλωτό),
ii) χάλκινο δοχείο για μεταφορά νερού, πλατύτερο κάτω απ’ ότι επάνω, (αρυβαλίδα).
 Κουβά ονομάζουμε ένα κυλινδρικό πλαστικό, ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο το οποίο χρησιμοποιούμε συνήθως για μεταφορά νερού. Ο κουβάς έχει στενότερη βάση και μακρύτερο χείλος στο οποίο στερεώνεται χερούλι με ημικυκλικό σχήμα και χειρολαβή στην μέση.Στα παιδικά μας χρόνια, που το νερό παίρναμε,απο το πηγάδι με τη χρήση τριχιάς και μαγγανιού, ήταν μεταλλικός, διαφόρων τύπων και μεγεθών.
Τα καζάνια είχαν 2 λαβές και τα χρησιμοποιούσαμε για να ζεστάνουμε νερό, στις λεγόμενες κακαβόστρες,στο φτιάξιμο σαπουνιού,λιώσιμο παστού,πήξιμο τυριού και σε πολλές άλλες αγροτικές και οικιακές εργασίες. Οι  φράσεις που μου έχουν μείνει και θυμάμαι είναι οι παρακάτω.
Πιάσε το αρβάλι του μπουγέλου.
Κάνεις πολύ αρβάλα.
Εισαι αρβαλιάρης.
Το τσιγκέλι έπιασε  το μπουγέλο από το αρβάλι και όχι απο την τριχιά,όταν ο μπουγέλος έμενε στον πάτο του πηγαδιού και έπρεπε να βγεί.
Κόλλησε το αρβάλι του μπουγέλου και δεν ακούγεται.
Πιάσε το αρβάλι του καζανιού.
Πιάσε το καζάνι και πρόσεχε μην καείς, γιατί  δεν έχει αρβάλι.
Χάλασε το αρβάλι του μπουγέλου και θέλει φτιάξιμο.
Πάει αρβαλώντας στο χτήμα με τα προβατά του.
Σου κάνει κακό η αρβάλα.
Σου κάνει καλό η αρβάλα.

Εβδομήντα νυφικά στήνουν γαμήλιο χορό στο Μπενάκη

Η έκθεση «Νύφες - Παράδοση και Μόδα στην Ελλάδα» , στο Μουσείο Μπενάκη - Περιλαμβάνονται δημιουργίες ιστορικών ελληνικών οίκων


Φωτογραφικό πορτρέτο νύφης της δεκαετίας του 1920. Φωτοθήκη ΠΛΙ.



|
Μια αίθουσα που γεμίζει λευκό φως. Δεν είναι τόσο ο ήλιος που τρυπώνει από τις γρίλιες του κεντρικού κτηρίου του Μουσείου Μπενάκη. Είναι τα δεκάδες νυφικά σε κούκλες, τοποθετημένα σε ειδικό βάθρο στο κέντρο του χώρου, που εκπέμπουν μια αλλιώτικη λάμψη με επίκεντρο τη σημαντική, κατά κανόνα χαρούμενη, στιγμή στη ζωή μιας γυναίκας: το γάμο. Τριγύρω τους, ασπρόμαυρες φωτογραφίες «διηγούνται» καρέ – καρέ προσωπικές γαμήλιες ιστορίες σε μια λεπτή «φάσα» που πλαισιώνει τα εκθέματα. Και στα πλαϊνά της αίθουσας, τοπικές ενδυμασίες χωρισμένες βάσει της προέλευσής τους συμπληρώνουν την έκθεση «Νύφες. Παράδοση και Μόδα στην Ελλάδα», Κάπως έτσι είναι το στήσιμο της έκθεσης με επίκεντρο 70 νυφικά γνωστών και μη ελληνίδων που συνεχίζεται στο Μουσείο Μπενάκη.
2.Δεν έχει τσίπα επάνω της...!
Τσίπα λεγόταν ένα είδος κεφαλομάντηλου από πολύ λεπτό ύφασμα (σαν την καθαυτού τσίπα, την μπόλια, αυτή που κάνουμε τις σεφταλιές -άλλωστε κι η μπόλια επίσης σημαίνει κεφαλομάντηλο). 
Πολλές φορές σε γάμους, όταν κάποιος πεθερός είχε κόρες μεγαλύτερες και του ζητούσαν να παντρευτούν τις μικρότερες, έδιναν στον   υποψήφιο γαμπρό τη μεγαλύτερη κόρη, με τη χρησιμοποίηση της τσίπας .
Είναι λέξη σλαβικής, κατά πάσα πιθανότητα, προέλευσης, που σημαίνει πέτσα, αλλά εναλλακτικά αναφέρεται και στην παχιά κρούστα των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Μεταφορικά αναφέρεται στη ντροπή και την έλλειψη ηθικής συμπεριφοράς, με σημείο αναφοράς τη σεξουαλική ηθική. Ο μη έχων τσίπα -ξετσίπωτος- είναι ο ξεδιάντροπος, ωσάν δεν έχει δέρμα, ο άσεμνος, ο ανήθικος χωρίς κανέναν φραγμό.
 Η γυναίκα ελευθέριων ηθών συχνάκις αποκαλείται ξετσίπωτη.

  Δεν έχεις τσίπα πάνω σου.
Είσαι Ξετσίπωτη- ος.
Δεν ντρέπεσαι για τη ξετσιπωσιά σου.
Είναι χωρίς τσίπα.
 Δε θα περάσεις το κατώφλι του σπιτιού μου με αυτή την ξετσίπωτη, αρκετά σιώπησα. Δεν θα το επιτρέψω αυτό, ως εδώ!», φώναξε η εκνευρισμένη μητέρα.
Λοιπόν, τω καιρώ εκείνω οι γυναίκες το 'χαν σε ντροπή να βγουν στο δρόμο με ακάλυπτη την κεφαλή. Η ξετσίπωτη δεν μπορούσε παρά να είναι αδιάντροπη, όπως και η ξεβράκωτη.
Στο Βυζάντιο,όταν οι γυναίκες παντρεύονταν,είχαν το δικαίωμα να παρευρίσκονται με τους συζύγους τους στα συμπόσια και στις γιορτές. Μπορούσαν ακόμη και να χορέψουν,να τραγουδήσουν και να φλερτάρουν χωρίς παρεξήγησι,φτάνει να μην παρεκτρέπονται. Αλλά πώς εννοούσαν την παρεκτροπή..?
Ένδειξη τίμιας και σοβαρής γυναίκας την εποχή εκείνη ήταν να έχει σκεπασμένα τα μαλλιά της και να μη δείχνει ποτέ στους άντρες -ακόμη και στον σύζυγο, τον αδελφό και στον πατέρα της, - ολόκληρο το πρόσωπό της. Δηλαδή μπορούσε να διασκεδάσει και να μεθύσει,αλλά το πρόσωπο έπρεπε να είναι απαραιτήτως μισοσκεπασμένο. Με ένα λεπτό λοιπόν ύφασμα,έκρυβαν το μέτωπο,τα μάγουλα και το πηγούνι. Το ύφασμα αυτό το έλεγαν ''τσίπα''...
Αντίθετα όμως με τις παντρεμένες, οι εταίρες όταν ήθελαν να σκανδαλίσουν τους άντρες -για πείσμα των σοβαρών γυναικών που παρευρίσκονταν στα συμπόσια-, σηκώνονταν και χόρευαν τον ''τουρλητό'', που ήταν ο πιο ανήθικος χορός του καιρού εκείνου...
Την ώρα του χορού λοιπόν αυτές,άφηναν εσκεμμένα να πέφτει το ύφασμα από το πρόσωπό τους και να το ξεσκεπάζει ολόκληρο! Από αυτό λοιπόν το γεγονός προέρχονται και οι φράσεις: ''..δεν έχει τσίπα στο πρόσωπο...'', ''δεν έχει τσίπα πάνω της...'',''είναι ξετσίπωτη...
  3.Σεργούνι: Σημαίνει εξευτελισμός, ρεζίλεμα, ντροπή.
Βγαίνω (ή με βγάζουν) σεργούνι: γίνομαι βούκινο, ντροπιάζομαι σε κόσμο, ξεφτιλίζομαι, γίνομαι ρόμπα (απλή ή, κυρίως, υπερθετική).
Συνδέεται στην συνείδηση του λαού με το ξεφτιλίκι που επιτυγχάνεται όταν βγαίνουν τα άπλυτά σου στη φόρα μέσω κουτσομπολιού, ενώ συχνά παίζει να ενέχεται και συκοφαντία.
Ο ορισμός μας για το θάψιμο περιγράφει σε μεγάλο βαθμό τον ένοχο και το θύμα. Ο κολλητός που έχεις κλάψει στον ώμο του επειδή είσαι διαφανής για μια γκόμενα που δεν το ξέρει - τώρα το ξέρουν όλοι και την δουλεύουν, εσένα απλά σε περιφρονούν, λούζερ. Η κατίνα της γειτονιάς που παρακολουθεί με μεγάλη σπουδή τα εσώρουχα που απλώνεις να στεγνώσουν - όλη η πλάση μαθαίνει για το κόκκινο βρακί αυτοκινήτου, πού, πού το φοράς εσύ δηλαδή το βρακί, ε, ε, χήρα γυναίκα, αλλά είσαι μια πουτάνα που οργανώνει όργια, λυπούνται όλοι τον γιο σου που είναι και φαντάρος το παλικάρι. Η οικιακή βοηθός που βρίσκει στο συρτάρι τα μπλε χαπάκια - στη λαϊκή συζητούσε ο ψαράς με την κυρία που πουλάει τα μανταρίνια ότι ε, ήταν προφανές πως είσαι ανίκανος, αχχχ η καημένη η γυναίκα σου γι' αυτό είναι μαραμένη. Άστα. Σε βγάλανε σεργούνι.
Η λέξη προέρχεται από την τουρκική γλώσσα όπου, λέει, σημαίνει εξορία και με αυτή την έννοια είναι σχετική με την διαπόμπευση.
Έκφραση χρησιμοποιούμενη σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου (Ηλεία, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία), αλλά και αλλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου