Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΑ


 ΤΟ ΣΙ∆ΕΡΕΝΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΩΝ ΛΑΚΕ∆ΑΙΜΟΝΙΩΝ
ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Ι∆ΙΟΚΤΗΣΙΑ
Selected by: Louis Doura
 Μία αγροτική οικονοµία
 Είναι γεγονός ότι ο χαρακτήρας της σπαρτιατικής οικονοµίας ήταν κατ’ εξοχήν αγροτικός. Ακρογωνιαίος λίθος της οικονοµίας της ήταν το µέγεθος και η ποιότητα των αγροτικών γαιών. Μεταξύ του 9ου και του 7ου αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες κέρδισαν τον έλεγχο του συνόλου του εδάφους όχι µόνον της Λακωνίας, αλλά και της γειτονικής Μεσσηνίας. Τη γονιµότητα της Μεσσηνίας εξήραν οι αρχαίοι συγγραφείς. 
Ο Τυρταίος κάνει λόγο για τη «Μεσσηνία, καλή για όργωµα και για σπορά». Ο Ευριπίδης περιγράφοντας την περιοχή λέει ότι «παράγει πλουσιοπάροχα, υδρεύεται από αµέτρητα ρεύµατα και στολίζεται από πλούσιους βοσκότοπους για αγελάδες και πρόβατα».
Το µεγαλύτερο τµήµα της αχανούς αυτής έκτασης ήταν ιδιωτικό και ανήκε στους πολίτες της Σπάρτης, τους «Σπαρτιάτες». Πηγές στην Αθήνα της κλασικής εποχής αντιµετώπιζαν την ιδιοκτησία των Σπαρτιατών µε φθόνο. Σύµφωνα µε τον ψευδό-πλατωνικό διάλογο, Αλκιβιάδης Ι, «ούτε ένα από τα κτήµατα µας δεν µπορούσε να συγκριθεί µε τα δικά τους σε έκταση και υπεροχή ούτε σε αριθµό δούλων, που προέρχονταν κυρίως από την τάξη των ειλώτων, ούτε σε άλογα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο ζώο που βόσκει στη Μεσσηνία». Οι Σπαρτιάτες ήταν εισοδηµατίες γαιοκτήµονες και όλοι τους ζούσαν µέσα στη Σπάρτη, συχνά σε σηµαντική απόσταση από τα κτήµατα τους.
Η ζωή τους όλη ήταν αφιερωµένη στις πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις και δεν χρειάζονταν να ασχοληθούν µε χειρωνακτικές ή αγροτικές εργασίες. Τα κτήµατα τους καλλιεργούσε κυρίως ο γηγενής πληθυσµός των δούλων, οι είλωτες.

Τα δικαιώµατα κάθε Σπαρτιάτη επί των ειλώτων που εργάζονταν στα κτήµατα του περιστέλλονταν από τη σηµαντική περί κολεκτίβας πρόνοια του καθεστώτος υποτέλειας των ειλώτων. Οι οικογένειες των ειλώτων ήταν κατά πάσα πιθανότητα δεµένες µε συγκεκριµένα κοµµάτια γης, τα οποία συνέχιζαν να καλλιεργούν ακόµη κι όταν τα χωράφια αυτά άλλαζαν χέρια και πέρναγαν από ένα Σπαρτιάτη σε άλλον. Έτσι, δεν υφίστατο εµπόριο ειλώτων και πιθανόν µόνον περιορισµένος αριθµός δούλων ovopazótav έξω από τη σπαρτιατική κοινωνία. Η έτερη µεγάλη οµάδα της σπαρτιατικής επικράτειας ήταν ο ελεύθερος πληθυσµός, που ήταν γνωστός µε το όνοµα περίοικοι και κατοικούσε στις πιο ορεινές κατ οτις παράκτιες περιοχές. Παλαιότερες περιγραφές ανέφεραν ότι οι οικονοµικές δραστηριότητες των περιοίκων περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τη Βιοτεχνία και το εµπόριο. Είναι αλήθεια ότι οι περίοικοι εκµεταλλεύονταν τέτοιες θεσούλες, µια και οι Σπαρτιάτες ήταν κατ' εξοχήν πολεµιστές και οι είλωτες ασχολούνταν µε τις αγροτικές εργασίες- ωστόσο, πρόσφατη ερευνά έδειξε ότι ο πληθυσµός των περιοίκων ήταν άκρως διαφοροποιηµένος. Οι περισσότεροι από τους περίοικους, κυρίως όσοι κατοικούσαν σε µεσόγεια χωριά, ζούσαν από τη γεωργία είτε ως εργαζόµενοι αγρότες είτε ως αργόσχολοι κτηµατίες. Μόνο σε µεγάλες κοινότητες περιοίκων ή σε εκείνες που βρίσκονταν κοντά σε σηµαντικά λιµάνια, µεγάλη µερίδα πληθυσµού είχε ευκαιρίες να ασχοληθεί µε τη βιοτεχνία και το εµπόριο. Οι γενικώς περιορισµένες ευκαιρίες για τέτοιες δραστηριότητες ήταν αποτέλεσµα του µεγάλου βαθµού οικονοµικής αυτάρκειας της περιοχής: σε εργατικά χέρια δούλων, σε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και σε σιδηροµετάλλευµα.
 ∆ηµόσια οικονοµικά
 Και η δηµοσιονοµική πολιτική στη Σπάρτη ήταν σχετικά µη αναπτυγµένη. Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, τα επίπεδα των δηµόσιων δαπανών ήταν συνάρτηση του βαθµού σύνθεσης του κράτους, των στρατιωτικών υποχρεώσεων του και του εύρους των δηµόσιων υπηρεσιών. Κατά το µεγαλύτερο διάστηµα της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου, οι δηµόσιες δαπάνες της Σπάρτης στους τοµείς της άµυνας, της εσωτερικής διοίκησης και της αγοράς τροφίµων ήταν σχετικά χαµηλές. Με ναυτικές επιχειρήσεις περιστασιακές και µικρής κλίµακας, ένα στρατό ξηράς που λειτουργούσε µέσω επιτάξεων και προσωπικής θητείας και δίχως ειδικές αστυνοµικές δυνάµεις ή οχυρά που να απαιτούν συντήρηση, οι οικονοµικές απαιτήσεις των ένοπλων δυνάµεων της Σπάρτης την εποχή πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεµο ήταν µικρές. Μόνο µε την έλευση του διαρκούς και µακρόχρονου πολέµου µετά το 431 π.Χ., που απαιτούσε σηµαντικό αριθµό µισθοφόρων και έντονη ναυτική εκστρατεία, αυξήθηκε ουσιαστικά το στρατιωτικό κόστος. Σε ό,τι αφορά την εσωτερική διοίκηση, η περιορισµένη έκταση των δηµόσιων κτιρίων και το γεγονός ότι δεν προβλεπόταν µισθός για τους κρατικούς αξιωµατούχους, συγκράτησε γενικά το κόστος σε χαµηλά επίπεδα. Εν τέλει, σε ένα κράτος µε πλούσιες αγροτικές γαίες δεν χρειαζόταν να γίνουν δαπάνες για εισαγωγή τροφίµων. Αντίθετα, η δυνατότητα της Σπάρτης να εξασφαλίσει προσόδους ήταν περιορισµένη. Κατά πάσα πιθανότητα οι Σπαρτιάτες εφήρµοζαν σύστηµα έµµεσης φορολογίας στο εµπόριο, αλλά και τελωνειακών δασµών, όπως εξάλλου και άλλες πόλεις. Ωστόσο, θα πρέπει να ήταν χαµηλός ο όγκος ίων εσόδων που προέρχονταν από την πώληση µη πολύτιµων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. ∆εδοµένης της αυτάρκειας της περιφερειακής οικονοµίας είναι µάλλον απίθανο να έµπαιναν στα ταµεία σηµαντικά ποσά από φόρους επί των εισαγωγών και των εξαγωγών. Επιπλέον, σε αντίθεση µε τις περισσότερες κοσµοπολίτικες πόλεις, η Σπάρτη δεν ήταν τόπος διαµονής αξιοσηµείωτου αριθµόν ξένων στους οποίους θα εφαρµοζόταν σύστηµα άµεσης φορολογίας. Οι περίοικοι ήταν φόρου υποτελείς αλλά τα λεφτά τους πήγαιναν στους βασιλείς και όχι στο δηµόσιο ταµείο. Σε αντίθεση µε την Αθήνα του 5ου αιώνα, που εισέπραττε φόρο υποτέλειας από τους από τους συµµάχους της, οι εταίροι της Σπάρτης στην Πελοποννησιακή Συµµαχία συνεισέφεραν µε ανθρώπινο δυναµικό και όχι µε χρήµατα. Όταν η Σπάρτη είχε αυτοκρατορικές κτήσεις κατά τα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αιώνα, η πόλη επιχείρησε να επιβάλει έκτακτους στρατιωτικούς φόρους (εισφορές) στους πολίτες της. Όπως όµως σηµειώνει στα Πολιτικά του ο Αριστοτέλης, µεγάλο ήταν το ποσοστό εκείνων που δεν πλήρωναν. Ως εκ τούτου, το δηµόσιο ταµείο έπασχε από χρόνια έλλειψη πόρων. Για τις υπερπόντιες επιχειρήσεις της, η Σπάρτη ήταν υποχρεωµένη να βασιστεί στις ξένες πήγες χρηµατοδότησης, όπως οι περσικές επιχορηγήσεις που της επέτρεψαν να κερδίσει τον Πελοποννησιακό πόλεµο.
 Νοµισµατοκοπία και νόµισµα
 Η εικόνα της µη αναπτυγµένης οικονοµίας, που έχουµε σχηµατίσει ως τώρα. ενισχύεται από το γεγονός ότι σε αντίθεση µε πολλές άλλες ελληνικές πόλεις, η Σπάρτη δεν είχε προχωρήσει σε κοπή ασηµένιου νοµίσµατος µέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ. Σύµφωνα µε ορισµένους αρχαίους συγγραφείς, η Σπάρτη των κλασικών χρόνων συνειδητά διατήρησε ένα δύσχρηστο σιδερένιο νόµισµα µεγάλου βάρους κατ µικρής αξίας, ώστε να µείνει έξω από τη σφαίρα των εµπορικών συναλλαγών µε ξένους. Πράγµατι, πολλές µεταγενέστερες πήγες αναφέρουν ότι ως το 404 π.Χ. απαγορεύονταν τελείως στη Σπάρτη τα χρυσά και ασηµένια νοµίσµατα. Εκείνη τη χρονιά, ο Λύσανδρος έστειλε πίσω στη Σπάρτη τα αµέτρητα λάφυρα που είχε αποκοµίσει µετά τη νίκη του στη µάχη στους Αιγός ποταµούς, µεταξύ των οποίων περιλαµβανόταν και τεράστια ποσότητα αθηναϊκών νοµισµάτων. Ελήφθη τότε η απόφαση να γίνει για πρώτη φορά αποδεκτό αυτό το νόµισµα για δηµόσια χρήση στη Σπάρτη. να απαγορευτεί όµως η κατοχή του από ιδιώτες. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο Βίο Λυσάνδρου, από τη στιγµή που το νόµισµα επιτράπηκε στην πόλη, πέρασε εύκολα στα χέρια ιδιωτών, µε αποτέλεσµα να υπάρξουν κρούσµατα απληστίας και διαφθοράς. Μια εξέλιξη που υπονόµευσε την εξουσία της Σπάρτης. Τούτα τα στοιχεία όµως και οι συνέπειες ιούς απαιτούν ενδελεχή µελέτη. Η µη χρήση νοµίσµατος στη Σπάρτη δεν ήταν ασυνήθιστη πρακτική. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 50° ο του συνόλου των ελληνικών πόλεων δεν είχαν ποτέ κόψει νοµίσµατα. Πολλές άλλες δε, ακόµη και µετά την εισαγωγή του τον 6ο αιώνα, καθυστέρησαν για µεγάλο διάστηµα να κόψουν νόµισµα. Μεταξύ αυτών και σηµαντικές πόλεις όπως το Βυζάντιο. που δραστηριοποιούνταν έντονα στο διεθνές εµπόριο εξαιτίας της στρατηγικής θέσης του στη θαλασσιά οδό µεταξύ Αιγαίου και Μαύρης θάλασσας. Εν πάση περιπτώσει, οι πόλεις που έκοβαν νοµίσµατα ήταν πάντα µειονότητα. Πρόσφατη έρευνα διαπιστώνει ότι η πόλη χρειαζόταν πολύ σοβαρούς λόγους για να κόψει νόµισµα. Έτσι, η αποχή της Σπάρτης από την κοπή νοµίσµατος δεν σηµαίνει απαραίτητα ότι συνειδητά ακολουθούσε πολιτική οικονοµικού αποµονωτισµού . Ένας λόγος για ιόν οποίο ορισµένες άλλες πόλεις δεν έκοψαν νοµίσµατα, ήταν ότι υπήρχαν διαθέσιµα νοµίσµατα από γειτονικές πόλεις που γίνονταν ευρέως δεκτά. Και εδώ θα πρέπει να σηµειώσουµε ότι το νόµισµα της Αίγινας κυκλοφορούσε σε µεγάλη κλίµακα α την Πελοπόννησο. Παροµοίως, δεν υπάρχει λόγος να αµφισβητεί κανείς ότι στη Σπάρτη εφαρµοζόταν ένα σύστηµα κυκλοφορίας σιδερένιων νοµισµάτων. Ωστόσο, τα στοιχεία για την ύπαρξη ενός αποδεκτού συστήµατος ανταλλαγής των σιδερένιων νοµισµάτων της Σπάρτης µε ξένα ασηµένια νοµίσµατα που χρησιµοποιούνταν µε βάση τα µέτρα της Αίγινας, καταδεικνύουν ότι η χρήση των σιδερένιων νοµισµάτων δεν συνεπαγόταν αποκλεισµό των ξένων νοµισµάτων από τη Σπάρτη. Πράγµατι, η χαµηλή αξία του σιδερένιου νοµίσµατος συνεπάγεται ότι είχε επικρατήσει σύστηµα παράλληλης χρήσης, µια και οι συναλλαγές πάνω από κάποια αξία απαιτούσαν τη χρήση πολυτιµότερων µετάλλων. Αρκετά είναι τα στοιχεία που συγκλίνουν στην εκτίµηση ότι γινόταν χρήση ξένων νοµισµάτων και ασηµένιων ράβδων πριν από το 404 π.Χ. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέµου, για παράδειγµα, η πόλη χρησιµοποιούσε ασηµένια νοµίσµατα για την πληρωµή των µισθοφόρων στρατιωτών και των ερετών του στόλου. Μέσα στη Σπάρτη, η πόλη επέβαλε χρηµατικά πρόστιµα στους πολίτες της και τα υποχρεωτικά µηνιαία κοινά συσσίτια κόστιζαν 10 οβολούς της Αίγινας. Χρυσά νοµίσµατα αλλά και ακατέργαστος χρυσός και ασηµί διανεµήθηκαν στους Σπαρτιάτες στρατιώτες από τα περσικά λάφυρα µετά τη µάχη των Πλαταιών, το 479. Κατά συνέπεια, όταν το 404 π.Χ αποφασίστηκε να επιτραπεί η χρήση ασηµένιων νοµισµάτων αλλά όχι και η κατοχή τους, το µέτρο ήρθε όχι ως χαλάρωση, αλλά ως περιορισµός της προηγούµενης πρακτικής. ∆εν αποτελεί έκπληξη ότι οι Σπαρτιάτες πολίτες πολύ σύντοµα ξεγλίστρησαν από τον επιχειρούµενο περιορισµό. Ωστόσο, ο ισχυρισµός του Πλουτάρχου, ότι αυτό ακριβώς προκάλεσε τη διάβρωση των ηθικών αξιών, είναι υπερβολικός από τη στιγµή που η ατοµική ιδιοκτησία ασηµένιων νοµισµάτων δεν ήταν κάτι καινούργιο.
∆ώρα, εµπορικές συναλλαγές και αγορά
 Εκ πρώτης όψεως, η αρχέτυπη µορφή των συναλλαγών στη Σπάρτη ήταν η προσφορά δώρων. Η προσφορά δώρων, που δεν περιελάµβανε νόµισµατα και ήταν ενταγµένη σε ένα πλαίσιο κοινωνικότητας, είναι εµφανής σε διάφορους τοµείς της σπαρτιατικής ζωής. Στα συσσίτια οι πολίτες δεν ξόδευαν χρήµατα για τους συνδαιτυµόνες τους. Αντίθετα, οι πλούσιοι προσέφεραν σταρένιο ψωµί και οι κυνηγοί τα θηράµατα τους. Οι βασιλείς τιµούσαν άλλους Σπαρτιάτες, µοιραζόµενοι τη δεύτερη µερίδα τους. Κατά κανόνα, ο βασιλιάς Αγησίλαος δώριζε ένα βόδι και ένα µανδύα στα νεοεκλεγµένα µέλη της Γερουσίας. Την ατµόσφαιρα αυτής της πρόθυµης γενναιοδωρίας µεταφέρει ο Ξενοφών, όταν χαρακτηρίζει τον Αγησίλαο ως «κάποιον που χαίρεται να προσφέρει τα δικά του για το καλό των άλλων». Σε ορισµένους τοµείς της κοινωνικής Ζωής άλλων πόλεων γινόταν χρήση νοµισµάτων, σε αντίθεση µε τη Σπάρτη. Χρηµατικά έπαθλα και υλικά βραβεία δίνονταν στους νικητές αθλητικών αγώνων σε διάφορες πόλεις, όχι όµως και στη Σπάρτη, όπου η µόνη επιβράβευση για τους Ολυµπιονίκες ήταν η τιµή να αγωνιστούν µε την προσωπική φρουρά του βασιλιά. Σ την Αθήνα η προίκα δινόταν σε µετρητά, ενώ στη Σ πάρτη σε γη. Η κυριαρχία της προσφοράς δώρων και των συναλλαγών δίχως τη χρήση νοµίσµατος είναι, ωστόσο, µόνον µέρος της ιστορίας. Παρά το γεγονός ότι η εσωτερική οικονοµία της Σπάρτης δεν χρησιµοποιούσε τόσο τα νοµίσµατα όσο η Αθήνα, οι εµπορικές συναλλαγές δεν ήταν επ’ ουδενί απούσες από τη ζωή της Σπάρτης. Υπάρχουν στοιχεία για τακτική ενασχόληση των πολιτών µε εµπορικές συναλλαγές.Με την εντατική εκµετάλλευση των γαιών που τους ανήκαν, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες συσσώρευαν σηµαντικά πλεονάσµατα σε αγροτικά προϊόντα. Η υποχρέωση των πολιτών να προµηθεύουν µε τρόφιµα τα συσσίτια καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, κατά πασά πιθανότητα δηµιουργούσε συνεχή ζήτηση για τα πλεονάσµατα αυτά. Τέτοιες συναλλαγές δεν επικροτούνταν µόνον από την πόλη. Η αναφορά του Θουκυδίδη, ότι η στέρηση των δικαιωµάτων ενός πολίτη (ατιµία) σήµαινε πως «δεν θα µπορούσε να κατέχει δηµόσιο αξίωµα ούτε να έχει δικαίωµα αγοράς ή πώλησης», δείχνει ότι το δικαίωµα στην αγοραπωλησία ήταν αναπόσπαστο κοµµάτι της ιδιότητας του πολίτη της Σπάρτης, ισάξιο µε την κατοχή δηµοσίου αξιώµατος. Η Σπάρτη δεν διαχώριζε πολιτικές κατ οικονοµικές δραστηριότητες, σε αντίθεση µε τη θεσσαλική «ελεύθερη αγορά», από την οποία οι τεχνίτες και οι αγρότες ήταν αυστηρά αποκλεισµένοι. Το εµπόριο και οι δηµόσιες υποθέσεις διεξάγονταν στη σπαρτιατική αγορά. Ο Ξενοφών περιγράφει µια σκηνή στη σπαρτιατική αγορά, όπου οι δικαστές διηύθυναν τις πολιτικές υποθέσεις κοντά 40 Σπαρτιατών και άνω των 4.000 µη Σπαρτιατών που ασχολούνταν µε εµπορικές συναλλαγές. Η περιγραφή του Ξενοφώντα δείχνει ότι η σπαρτιατική αγορά ήταν µια ζωηρή, περιφερειακή αγορά. Κατά συνεπεία, όταν ο βασιλιάς των Περσών Κύρος εξακόντισε την κριτική του κατά των δραστηριοτήτων της ελληνικής αγοράς και είπε σε αγγελιαφόρο από τη Σπάρτη: «ποτέ µέχρι τώρα δεν έχω φοβηθεί τους ανθρώπους που έχουν ένα σταθερό σηµείο στο κέντρο της πόλης τους. όπου συναθροίζονται για να ανταλλάξουν βρισιές και να κοροϊδέψουν ο ένας τον άλλον». ο σαρκασµός του δεν ήταν άστοχος αλλά απευθυνόταν σε µια πόλη, για τους πολίτες της οποίας οι εµπορικές συναλλαγές ήταν µέρος της Ζωής τους.
 ΤΟ ΣΙ∆ΕΡΕΝΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΩΝ ΛΑΚΕ∆ΑΙΜΟΝΙΩΝ
 Συναντάµε στον Ξενοφώντα (Λακεδαιµονίων Πολιτεία 7, 5 -άηχος 380;) ένα θέµα που θα διευρύνουµε και θα διευκρινίσουµε στη συνέχεια. Κατά τη γνώµη του το λακεδαιµονικό νόµισµα είναι από σίδηρο, βαρύ και άβολο. Κι ο Πλούταρχος εµπλουτίζει τη θεµατολογία µας διευκρινίζοντας πως αυτό που αποκαλούµε σιδερένιο νόµισµα έχει ένα τετράχαλκο που ζυγίζει µία µνα αιγινήτικη (Πλούταρχος, Λακ. 226,3), ωστόσο ο ίδιος (Λύσανδρος, 17,4-5) µιλά επίσης για τους οβολούς, ία γνωστά σιδερένια σουβλιά που άλλωστε σαν προσφορές ανασκάφτηκαν σε ναούς αρχαϊκής περιόδου. Ελάχιστα γνωρίζουµε σχετικά µε αυτό που οι Λακεδαιµόνιοι ονόµαζαν παραδοσιακό νόµισµα τον πρώιµο 4ο αιώνα. Πράγµατι ο συγκεκριµένος τύπος εµφανίζεται στην αρχή του 4ου αιώνα. Μέχρι τότε η Σπάρτη δεν έχει νοµίσµατα, χωρίς να αποτελεί µοναδική περίπτωση. Οι πόλεις της Κρήτης άρχισαν να συναλλάσσονται πολύ αργότερα µε το νόµισµα όπως το αντιλαµβάνονται τέτοιο οι Αθηναίοι και οι πόλεις όπου η νοµισµατοποίηοη του συστήµατος τους είχε ήδη γίνει. Ωστόσο δεν έχουµε την εντύπωση κατά τον 5ο αιώνα ότι οι Σπαρτιάτες κρατούν κάποια ιδιαίτερη στάση νοµοθετικής αντίθεσης απέναντι στα πολύτιµα µέταλλα και το νόµισµα. Μάλιστα οι Βασιλείς τους κατηγορούνται για διαφθορά. Ο Παυσανίας είναι οικονοµικά εύρωστος χάρη στις προσφορές των Περσών. ∆εν υπάρχει σχετική απαγόρευση. Απλά το οικονοµικό τους σύστηµα λειτουργεί Βάσει της ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας, πολεµικών λεηλασιών κατά τους πολέµους και ανταλλαγή σε περιπτώσεις ανάγκης που η κοινότητα τους δεν µπορεί να ικανοποιήσει. Εξάλλου τι τους λείπει πέρα από τα ευγενή µέταλλα; Παράγουν σιτάρι, λάδι, κρασί, σύκα για τη διατροφή τους. Μαλλί και δέρµα από τα Ζώα τους για τα ρούχα τους, ξυλεία από τα δάση τους στα Βουνά και το σίδηρο από τα ορυχεία (στο Ακρωτήριο Μαλέας) για τα εργαλεία τους· έχουν και λίγο χαλκό (κοντά στο ναό του Απόλλωνα Υπερτελεάτη και του Απόλλωνα Τυρίτη), καθώς και µόλυβδο. Ο κόλπος της Λακωνίας προµηθεύει τα πορφυρά χρώµατα για τις στολές. Το ζήτηµα τίθεται όταν χρειάστηκε να κατασκευάσουν ένα στόλο· σε αυτή την περίπτωση πρέπει να βρεθούν η κατάλληλη ξυλεία, η πίσσα, να προσληφθούν πλοηγοί και έµπειροι ναυτικοί που θα πληρωθούν. Ο πόλεµος στη Μικρά Ασία τροφοδοτήθηκε κατά το µάλλον ή ήττον από περσικό χρήµα που αλλοτρίωσε τους Λακεδαιµονίους που υπηρέτησαν εκεί. Στο εξής το µη νοµισµατικό σύστηµα φαντάζει απαρχαιωµένο. Όταν ο Λύσανδρος συντρίβει την Αθήνα, µαζεύει σχολαστικότατα όσα νοµίσµατα µπορεί να βρεθούν στην αυτοκρατορία και τα στέλνει µε την ίδια φροντίδα τοποθετηµένα µέσα σε τσουβάλια στη Σπάρτη - είναι φανερό ότι γνωρίζει την κυκλοφορία του χρήµατος, αφού έχει συνηθίσει τη χρήση του νοµίσµατος, όπως επίσης και ο άλλος µεγάλος Σπαρτιάτης στρατηγός, ο Γύλιππος, που έζησε κάποια στιγµή στις Συρακούσες. Οι δυο άνδρες ξέρουν πως στο εξής η Σπάρτη δεν µπορεί να κυριαρχήσει στον κόσµο που ανοίγεται µπροστά της, τόσο προς τα ανατολικά όσο και προς τα δυτικά, χωρίς να εισέλθει στον κόσµο της νοµισµατοποιηµένης οικονοµίας. Είναι περισσότερα από αυτά που ήλπιζαν οι πολιτικοί µηχανισµοί της Σπάρτης. Πράγµατι, οι στρατιωτικοί αρχηγοί στους οποίους οφείλεται η νίκη δεν είναι παρά στρατηγοί, όχι πολιτικοί ηγέτες του κράτους. Αυτοί οι τελευταίοι, οι βασιλείς, η Γερουσία, οι µεγάλοι ιδιοκτήτες γης, ακολουθούν µια σταδιοδροµία περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική και δεν επιθυµούν διόλου παρόµοια περιπέτεια. Διαχειρίζονται ήδη ένα µεγάλο κράτος για το ελληνικό σύστηµα, που σαν από θαύµα επέζησε στις κακοτυχίες των πολέµων και θέλουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους. Τα ιστορικά γεγονότα της Σπάρτης µας έγιναν γνωστά από τον ∆ιόδωρο (13b) και ιδιαίτερα τον Πλούταρχο (Λύσανδρος, 16, 17, 1-3). Ο Πλούταρχος αποκαλύπτει τις πηγές του, τον Έφορο και τον Θεόποµπο· ωστόσο αυτοί από πού «ομηρίζουν » την αφήγηση τους; Σε κάθε περίπτωση έχουµε µία ιστορική απόδοση της γέννησης ενός µύθου. Η Συνέλευση της Σπάρτης απορρίπτει πράγµατι τις προτάσεις του Λύσανδρου (προτάσεις άγνωστες σε µας) και αποφασίζει πως το σπαρτιατικό κράτος θα εξακολουθήσει το µη εµπλουτισµό του µε δικό του νόµισµα. Παρά ταύτα, το κράτος διατηρεί αυτά που ο Λύσανδρος έφερε στη Σπάρτη για τα εξωτερικά του έξοδα, αλλά απαγορεύει την ιδιωτική κατοχή νοµίσµατος. Αρχίζει το κυνήγι των δυστροπούντων που έφεραν από τις εκστρατείες τους (και µάλιστα κράτησαν τα λάφυρα τους) ποσά λιγότερο ή περισσότερο σηµαντικά. Ο Γύλιππος εξορίστηκε. Φίλοι του Λύσανδρου θανατώθηκαν. Παρά ταύτα, πολλοί άνθρωποι εξοικειώθηκαν µε τη χρήση του νοµίσµατος και το παλαιό σύστηµα αλλοιώθηκε. Επιχειρείται τότε να βρεθεί ένα υποκατάστατο. Εµφανίστηκαν στοιχεία από µέταλλο (οβολοί;) που προϋπήρχαν σε ορισµένους τύπους ανταλλαγών. Στοιχεία που θεωρήθηκαν ικανά να προσεγγίσουν την ιδέα που συνιστά ένα νόµισµα: άφθαρτο, µετρήσιµο, συµβολικό. Έτσι γεννήθηκε το σπαρτιατικό νόµισµα από σίδηρο. Το αστείο είναι ότι σε µερικές πόλεις της Πελοποννήσου, συνδεδεµένες µε τη Σπάρτη και που έκοβαν νόµισµα, φαίνεται ότι ήδη το είχαν κατασκευάσει για µικρή χρονική περίοδο. Ούτως ή άλλως η κοπή νοµίσµατος από τη Σπάρτη αποτελεί στο εξής απαγορευµένο καρπό για όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, τροφοδοτώντας το θαυµασµό των ηθικολόγων. Ο πρώτος θησαυρός θα βρεθεί κατά τη βασιλεία του Ατρέα. Και αυτός καθώς φαίνεται έκοψε νόµισµα µόνο για τις ανάγκες του πολέµου των Χρεµονιδών και όχι στη Σπάρτη. Ο µύθος θα γνωρίσει εξάλλου το απόγειο της δηµοτικότητας του τη στιγµή που η πραγµατικότητα αλλάζει όψη. Εκείνος που θα εισαγάγει την κοπή νοµίσµατος στη Λακεδαίµονα, είναι ο βασιλιάς που ο Πλούταρχος (Φύλαρχος) µας παρουσιάζει σαν τον αναµορφωτή του παλαιού προτύπου. Τα νοµίσµατα της Σπάρτης θα ανθίσουν την εποχή του Κλεοµένη Γ.


ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
 του STEPHEN HODKINSON
Στη σύγχρονη δυτική αντίληψη η λέξη «Σπάρτη» δηµιουργεί την εντύπωση µιας αυστηρής, στρατιωτικής κοινωνίας, µε πολίτες που αποστρέφονταν τα υλικά αγαθά. Μετά την εκ νέου ανακάλυψη της κλασικής αρχαιότητας στη διάρκεια της Αναγέννησης, επιφανείς διανοητές της ∆υτικής Ευρώπης θεωρούσαν την αρχαία Σπάρτη προσωποποίηση της οικονοµικής ισότητας και του κοινωνικού ελέγχου. Αυτή η εικόνα επηρέασε σηµαντικά τη νεότερη κοινωνιολογική και πολιτική σκέψη. Στα χρόνια της αγγλικής επανάστασης το 17ο αιώνα, ο ριζοσπάστης συγγραφέας Τζέιµς Χάρινγκτον στη µονογραφία του «The Commonwealth of Oceana» παρακινούσε τον Κρόµγουελ να ακολουθήσει το παράδειγµα του Σπαρτιάτη νοµοθέτη Λυκούργου και να µοιράσει τα κτήµατα σε ίσα µερίδια. Αυτή η θέση προκάλεσε έντονες πολιτικές συζητήσεις σχετικά µε την αξία του σπαρτιατικού ιδιοκτησιακού συστήµατος. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα, οι κοινωνιολόγοι στην κριτική που ασκούσαν εναντίον της χλιδής και της πολυτέλειας του καιρού τους συχνά επικαλούνταν το λιτό τρόπο Ζωής και την απαγόρευση της χρήσης πολύτιµων µετάλλων στην αρχαία Σπάρτη. Στη ναζιστική Γερµανία, ο υπουργός Γεωργίας Βάλτερ Νιαρέ διαµόρφωσε ένα νόµο για το κληρονοµικό δίκαιο («Reichserbhofgesetz»), θέτοντας τα αγροκτήµατα των χωρικών υπό κρατικό έλεγχο, αντλώντας την ιδέα από mv κοινωνική κατάσταση των πολιτών στη Σπάρτη, οι οποίοι ήταν ισόβιοι καταναλωτές των κοινών, δηµόσιων αγαθών. Οι έννοιες που συνάγονται από το σπαρτιατικό ιδιοκτησιακό σύστηµα ήταν ιδιαίτερα δηµοφιλείς στους σύγχρονους διανοητές. Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν η επίδραση που άσκησε ο αρχαίος συγγραφέας Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς. Στο έργο του «Η Ζωή του Λυκούργου» ισχυρίζεται ότι ο θρυλικός Σπαρτιάτης νοµοθέτης αναδιένειµε τη γη. αντικατέστησε τα χρυσά και αργυρά νοµίσµατα µε σιδερένια και απέβαλε τις περιττές τέχνες. Λέγεται ακόµη πως ο Λυκούργος εγκαινίασε τα συσσίτια και µια σειρά αυστηρών µέτρων, όπως απλότητα στους αρχιτεκτονικούς ρυθµούς και την εσωτερική διακόσµηση, σεµνές επικήδειες τελετές και λιτότητα στις θυσίες. Σύµφωνα µε τον Πλούταρχο, στη σπαρτιατική κοινωνία ο πλούτος δεν αποτελούσε αντικείµενο επιθυµίας και ήταν άνευ σηµασίας. Στην πραγµατικότητα τα πράγµατα ήταν µάλλον διαφορετικά. Αν και µερικές από τις ιδέες του Πλούταρχου απηχούν µε ακρίβεια τα γνωρίσµατα της κλασικής σπαρτιατικής κοινωνίας, σε πολλές άλλες ο συγγραφέας εµφανίζεται προκατειληµµένος από το διαβόητο «σπαρτιατικό µύθο»: εν µέρει παραµορφωµένο, εν µέρει αποκύηµα της φαντασίας κάποιων ξένων, οι οποίοι, όντας λάτρεις της Σπάρτης, επιχειρούσαν την εξιδανίκευση της κοινωνίας της. Ο σπαρτιατικός µύθος όµως αποτελεί και επινόηση της ίδιας της παράδοσης των Σπαρτιατών. Για παράδειγµα, η ιδέα της ίσης κατανοµής της γης ήταν πιθανότατα πολύ µεταγενέστερη και επικράτησε τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν οι βασιλείς Αγης ∆΄ και Κλεοµένης Γ΄ θέλησαν να αναδιανείµουν τα κτήµατα και απέδωσαν στον Λυκούργο ανάλογα µετρά, στην προσπάθεια τους να υποστηρίξουν την επαναστατική τους µεταρρύθµιση. 
Άνισα κατανεμημένη ατοµική ιδιοκτησία
 Τα θέµατα της ιδιοκτησίας και του πλούτου ήταν ουσιώδη στην πολιτική οργάνωση της Σπάρτης κατά την κλασική περίοδο. Η κατοχή της ιδιοκτησίας του πολίτη εξαρτιόταν από τη συµµετοχή του στα συσσίτια και αυτή η συµµετοχή εξαρτιόταν µε τη σειρά της από µια ορισµένη µηνιαία συνεισφορά σε τρόφιµα. Η εξασφάλιση των συνεισφορών για τα συσσίτια βασιζόταν στην κατοχή από τους πολίτες της απαραίτητης έγγειας περιουσίας για να καλλιεργηθεί η απαιτουµένη ποσότητα προϊόντων. Ούτως ή άλλως η κατοχή ενός αξιόλογου κοµµατιού γης ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε ο κάθε Σπαρτιάτης να είναι σε θέση να ζήσει µια ανέµελη ζωή, απαλλαγµένη από χειρωνακτική εργασία, αφιερωµένη σε πολιτικές και πολεµικές ενασχολήσεις. Αυτό το οικονοµικό σύστηµα είχε ως υποδοµή την κατοχή από τη Σπάρτη ενός εργατικού δυναµικού από δούλους, τους Είλωτες, οι οποίοι προέρχονταν από τους υποταγµένους πληθυσµούς της ίδιας της περιοχής οπού βρισκόταν η Σπάρτη, της Λακωνίας, καθώς και της γειτονικής Μεσσηνίας. Τέλος, οι απαιτήσεις της σπαρτιατικής κοινής, δηµόσιας ζωής σχετίζονταν στενά µε το θέµα του βιοπορισµού και επέβαλλαν ένα βαθµό οµοιογενείας ανάµεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς. Κατά συνέπεια, τα θέµατα του πλούτου και της ιδιοκτησίας παρεισεφρεαν σχεδόν σε κάθε πτυχή της σπαρτιατικής ζωής. Σε αντίθεση µε τη µεταγενέστερη εικόνα της ισότητας, η ιδιοκτησία πάντα διανεµόταν άνισα στην αρχαϊκή και κλασική Σπάρτη. Ο αρχαϊκός ποιητής Αλκαίος αναφέρεται σε ένα ρητό, σπαρτιατικής προέλευσης: «ο άνθρωπος είναι ο,τι κατέχει, δεν υπάρχει φτωχός άνθρωπος που να είναι καλός και έντιµος». Ακόµη, οι Σπαρτιάτες ποιητές Τυρταίος και Αλκµάν αναφέρουν και αυτοί σηµαντικές διαφορές στην κατοχή του πλούτου. Στους 5ο και 4ο αιώνες ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών αναφέρουν «εύπορους ανθρώπους», «ανθρώπους µε µεγάλη περιουσία, «πλουσίους» και «πολύ πλουσίους». Το σύστηµα της ιδιοκτησίας είχε κυρίως ατοµικό χαρακτήρα». Στα Πολιτικά του Αριστοτέλη βρίσκουµε σαφείς αναφορές σύµφωνα µε τις οποίες τη γη την κατείχαν ιδιώτες και κληροδοτούνταν από γενιά σε γενιά σύµφωνα
µε το σύνηθες αρχαιοελληνικό σύστηµα διανοµής της κληρονοµιάς. Επιπλέον οι γαιοκτήµονες είχαν την ευχέρεια να διαθέσουν τα κτήµατα τους σε όποιον επιθυµούσαν µέσω ισόβιων δωρεών ή να τα κληροδοτήσουν συντάσσοντας διαθήκες. Και οι γυναίκες στη Σπάρτη δικαιούνταν να κατέχουν κτήµατα. Ο Αριστοτέλης σχολιάζει το γεγονός ότι οι γυναίκες κατείχαν σχεδόν τα δύο πέµπτα της ακίνητης περιουσίας. Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν οι γυναίκες κληρονόµοι, θυγατέρες δίχως αρσενικά αδέλφια µπορούσαν να κληρονοµήσουν το σύνολο της γονικής κτηµατικής περιουσίας. Ένας άλλος λόγος ήταν η ύπαρξη µεγάλων προικοδοτήσεων. Οι σύγχρονοι ερευνητές διαφωνούν για το αν αυτή η προίκα ήταν απλώς δώρο που δινόταν κατά βούληση από τους γονείς της νύφης ή αν αντιπροσώπευε κληρονοµικά δικαιώµατα των κοριτσιών. Υπάρχει µία θεωρία σύµφωνα µε την οποία το κληρονοµικό σύστηµα της Σπάρτης ήταν παρόµοιο µε αυτό της Γόρτυνος στην Κρήτη, οπού τα κορίτσια κληρονοµούσαν από την πατρική περιουσία ίο µισό της κληρονοµιάς που έπαιρναν τ’ αγόρια. Η ανισότητα στην ιδιοκτησία της γης επέφερε και άνιση πρόσβαση και εκµετάλλευση της εργατικής δύναµης των Ειλώτων. Οι πιο πλούσιοι Σπαρτιάτες µε µεγαλύτερα κτήµατα και περισσότερους Είλωτες στην υπηρεσία τους καλλιεργούσαν µεγαλύτερη ποικιλία αγροτικών προϊόντων και διατηρούσαν µεγαλύτερα κοπάδια Ζώων. Ένα αµφιλεγόµενο Ζήτηµα είναι ο ακριβής τρόπος που οι σοδειές µοιράζονταν µεταξύ των Σπαρτιατών γαιοκτηµόνων και των Ειλώτων που τις καλλιεργούσαν. Σύµφωνα πάντως µε τον Τυρταίο, το πιθανότερο ήταν ότι η σοδειά µοιραζόταν 50/50. Ο σηµαντικός αριθµός των Ειλώτων σήµαινε ότι µε την εργασία τους δηµιουργούσαν ένα µεγάλο πλεόνασµα προϊόντων για τους κυρίους τους. Αυτό το πλεόνασµα µπορούσε να µετατραπεί σε µόνιµο περιουσιακό στοιχείο. Οι Σπαρτιάτες µπορούσαν να κατέχουν µια µεγάλη ποικιλία κινητής περιουσίας, που συµπεριελάµβανε τιµαλφή, ράβδους πολύτιµων µετάλλων και ξένα νοµίσµατα. (Βλ. το άρθρο «Οικονοµία και Εµπόριο στην Αρχαία Σπάρτη», Ιστορικά, τχ. 61).
 Περιορισµοί στη χρήση του πλούτου
 Ο ιδιωτικός χαρακτήρας της ατοµικής περιουσίας µετριαζόταν από την ύπαρξη συγκεκριµένων συλλογικών δικαιωµάτων που περιέστελλαν την ατοµική ιδιοκτησία. Έγιναν προσπάθειες να επιβληθεί άµεση φορολογία µε τη µορφή των «εισφορών» (περιστασιακοί φόροι εισοδήµατος για την εξασφάλιση στρατιωτικών πόρων). Η συνεισφορά στα συσσίτια περιλάµβανε και µια σηµαντική φορολόγηση του µεριδίου των πολιτών από την αγροτική παραγωγή των κτηµάτων τους. Οι πιο φτωχοί Σπαρ-τιάτες είχαν το δικαίωµα να δανείζονται άλογα και κυνηγετικούς σκύλους από τους πλουσιότερους συµπολίτες τους. Πάντως κανένα από αυτά τα δικαιώµατα δεν επέφερε αξιοσηµείωτη αναδιανοµή της ιδιοκτησίας. Αντί της αναδιανοµής της ατοµικής ιδιοκτησίας. η πόλη της Σπάρτης επιχείρησε να επιβάλει περιορισµούς στη χρήση του πλούτου. Με αυτό τον τρόπο η ανισότητα της ιδιοκτησίας εξισορροπούνταν µε την ιδεολογία µιας κοινότητας οµοίων. Το κράτος ασκούσε µονοπωλιακά την παροχή δηµόσιων υπηρεσιών. Συνεπώς, αντίθετα µε ιούς Αθηναίους οµολόγους τους, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες δεν είχαν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε ευεργεσίες προς τους συµπολίτες τους ούτε να χρηµατοδοτούν επίσηµες τελετές. Ακόµη η πόλη επέβαλλε έναν κοινό, δηµόσιο τρόπο Ζωής σε κάθε πολίτη, όπως ουσιαστική οµοιογένεια στην εκπαίδευση και λιτότητα στη διατροφή και την ένδυση. Σύµφωνα µε όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης, «πρώτοι οι Λακεδαιµόνιοι άρχισαν να ντύνονται απλά και σύµφωνα µε το σύγχρονο γούστο, κατ γενικότερα όσοι κατείχαν µεγάλη περιουσία υιοθετούσαν έναν τρόπο ζωής όσο το δυνατόν όµοιο µε εκείνο των πολλών». Κατά τον Αριστοτέλη, «οι γιοι των πλουσίων και των φτωχών ανατρέφονταν µε τον ίδιο τρόπο και η εκπαίδευση τους ήταν κοινή...το ίδιο εξακολουθούσε να συµβαίνει και µετά την ενηλικίωση τους. αφού δεν υπήρχε καµιά διάκριση ανάµεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους. Η διατροφή στα συσσίτια ήταν η ίδια για όλους κατ η ενδυµασία οµοιόµορφη». Το ίδιο κατ τα κορίτσια στη Σπάρτη, τα οποία υποβάλλονταν σε κοινή, δηµόσια φυσική άσκηση. Οι ενήλικες γυναίκες, ανεξαρτήτως της οικονοµικής τους κατάστασης, δεν επιτρεπόταν να φορούν κοσµήµατα ή να στολίζονται µε χρυσαφικά. Ανάλογες µε την οµοιοµορφία της σπαρτιατικής ζωής ήταν και οι επικήδειες και ταφικές τελετές. Λιτές και αυστηρές. Στις σπαρτιατικές κηδείες δεν επιτρέπονταν κτερίσµατα. Απαγορευόταν στις οικογένειες οι επιτύµβιες επιγραφές στη µνήµη των νεκρών τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε η περίπτωση όσων έχαναν τη ζωή τους στο πεδίο της µάχης. Ορισµένα τέτοια µνηµεία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης: είναι πολύ απέριττα και φέρουν µία απλή επιγραφή ότι ο νεκρός σκοτώθηκε στη µάχη. Μόνο για τους νεκρούς βασιλείς προβλεπόταν µεγαλοπρεπής επικήδεια τελετή.
 Έξοδα των πλουσίων
 Παρ’ όλους τους περιορισµούς, αρκετοί ήταν οι εναποµείναντες τοµείς όπου οι πλούσιοι µπορούσαν να εκµεταλλευτούν την οικονοµική τους επιφάνεια. Μπρούντζινα αρχαιολογικά ευρήµατα στα ιερά φανερώνουν πως οι Σπαρτιάτες και οι Σπαρτιάτισσες ξόδευαν σηµαντικά ποσά σε θρησκευτικά αναθέµατα στους θεούς: τρίποδες και άλλα αγγεία, κοσµήµατα, αγαλµατίδια κ.λπ. Οι πιο εύποροι κατέφευγαν σε παρόµοιες επιδεικτικές δαπάνες κατ σε ξένα ιερά, όπως για παράδειγµα στην Ολυµπία, στους ∆ελφούς, στη ∆ωδώνη και στη Σάµο. Οι πιο πλούσιοι πολίτες εξέτρεφαν και διατηρούσαν άλογα, κυρίους για τη συµµετοχή τους σε αρµατοδροµίες. Αυτή ήταν µια ιδιαίτερα δαπανηρή δραστηριότητα, που απαιτούσε µεγάλη έγγεια περιουσία και σηµαντικά έξοδα. Στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα, οι Σπαρτιάτες ιδιοκτήτες αρµάτων κέρδισαν τουλάχιστον 12 φορές στους Ολυµπιακούς Αγώνες. Οι νικηφόροι ιδιοκτήτες γιόρταζαν την επιτυχία τους µε την ανέγερση ακριβών µνηµείων, αν και πριν από τον 4ο αιώνα τέτοια µνηµεία περιορίζονταν στο χώρο της Ολυµπίας και δεν επιτρέπονταν στη Σπάρτη. Οι επιτυχίες στις αρµατοδροµίες προσέδιδαν στους νικητές έναν αέρα υπεροχής που τους βοηθούσε να προωθηθούν σε σηµαντικά πολιτικά αξιώµατα. Μετά το 400 π.Χ. υπήρξαν και αρκετές γυναίκες που σηµείωσαν ιππικές νίκες, πρωτοστατούσης της Κυνίσκας, αδελφής του βασιλιά Αγησίλαου Β΄. Τέλος, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες µπορούσαν να χρησιµοποιήσουν τα χρήµατα τους για να συνάψουν προσωπικές σχέσεις και να πατρονάρουν διάφορες οµάδες, όπως χειρώνακτες υποτελείς, ξένους επισκέπτες, ακόµη και συµπολίτες τους. Αυτοί οι δεσµοί επέτρεπαν στους πλούσιους πολίτες και ιδιαίτερα στους βασιλείς να επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική της Σπάρτης κατ να ελέγχουν τη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Ανακεφαλαιώνοντας, η χρήση του ιδιωτικού πλούτου δηµιουργούσε ένα σηµαντικό χάσµα ανάµεσα στους εύπορους Σπαρτιάτες και τους φτωχότερους συµπολίτες τους.
Η συσσώρευση της ιδιοκτησίας και η μείωση του αριθµού ίων πολιτών
 Η σηµαντική σε µέγεθος επικράτεια υπό την ηγεµονία της Σπάρτης σήµαινε πως ακόµη κατ οι συνηθισµένες αστικές οικογένειες δεν θα µπορούσαν να χαρακτηριστούν φτωχές, συγκρινόµενες µε αντίστοιχες οικογένειες άλλων πόλεων. Κατά τον 6ο αιώνα και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. τα περισσότερα αστικά νοικοκυριά κατείχαν επαρκή έγγεια περιουσία ώστε να αντεπεξέρχονται στις βιοποριστικές ανάγκες τους και την υποχρεωτική συνεισφορά στα συσσίτια. Αυτό το εύρωστο σύστηµα ιδιοκτησίας, όµως, προοδευτικά άρχισε να υπονοµεύεται από τη συσσώρευση της γης στα χέρια των ολίγων. Στην αύξηση των ανισοτήτων συνέτεινε και η φιλοδοξία ίων πλουσίων Σπαρτιατών, κυρίως στη διάρκεια της υπερπόντιας ηγεµονίας της Σπάρτης στα τέλη του 5ου και στην αρχή rou 4ου αιώνα π.Χ., όταν οι προεξάρχοντες πολίτες ανταγωνίζονταν για τον προσπορισµό πολιτικού κύρους και αξιωµάτων στην εξωτερική διοίκηση. Συνέπεια ήταν να φτωχύνουν πολλά νοικοκυριά πολιτών. Καθώς οι φτωχότεροι Σπαρτιάτες αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις εισφορές για τα συσσίτια, αποκλείονταν από το σώµα ίων πολιτών. Ο αριθµός των Σπαρτιατών πολιτών σηµείωσε κατακόρυφη πτώση από 8.000 το 480 π.Χ. σε λιγότερους από χίλιους σία µέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Ήδη κατά τον 4ο και στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. η κοινότητα των Οµοίων είχε αντικατασταθεί από µια πλουτοκρατική κοινωνία, στην οποία κυριαρχούσαν οι πλούσιοι άντρες κατ οι πλούσιες γυναίκες. Αυτές οι εξελίξεις υπονόµευσαν την ενότητα κατ την ταυτότητα των στόχων των Σπαρτιατών πολιτών και διάβρωσαν τα θεµέλια της εσωτερικής επιρροής και ισχύος της Σπάρτης. Με τόσο περιορισµένο κοινωνικό ιστό, η Σπάρτη δεν κατάφερε να ορθοποδήσει µετά την ήττα της από τη Θήβα στη µάχη στα Λεύκτρα το 371 π.Χ. Η εχθρική εισβολή στα εδάφη που έλεγχε η Σπάρτη οδήγησε στην απελευθέρωση των Μεσσηνίων Ειλώτων. Το αποτέλεσµα ήταν η δραµατική παρακµή της Σπάρτης και η απώλεια της δύναµης της στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο.
  
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
A.M. Andreades. A History of Greek Public Finance. Cambridge. Mass. 1933 P.A. Cartledge. Sparta and Lakonia: a regional history. 1300-362. BC London. 1979 Stephen Hodkinson. Property and Wealth in Classical Sparta. Duckworth and the Classical Press of Wales. London 2000. ch. 5
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Paul Cartledge. Agesilaos and the Crisis of Sparta,Duckworth. London 1987. Anton Powell (edj. Classical Sparta: techniques behind her success. Routledge. London 1989. Anton Powell and Stephen Hodkinson (eels.), The Shadow of Sparta. Routledge. London & Xew York, 1994. Stephen Hodkinson and Anton Powell (erts.), Sparta:New Perspectives. Duckworth and The Classical Press of Wales. London 1999. Paul Cartledge. Spartan Reflections. Duckworth, London 2000. Stephen Hodkinson. Property and Wealth in Classical Sparta. Duckworth and The Classical Press of Wales, London 2000.

1.       STEPHEN HODKINSON λέκτορα Αρχαίας Ιστορίας στο Τµήµα Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών, Πανεπιστήµιο Μάντσεστερ
2.       JACQUELINE CHROTEN maître de Conférences στο Πανεπιστήµιο Παρίσι-10, Ναντέρ
3.       Μετάφραση: Έρση Βατού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου