Τους θερινούς μήνες, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, έξω από το Μελιγαλά, όπως και στο χωριό μας και σε όλη τη Μεσσηνία, οι αγρότες κοιμόνταν στα χτήματα. Φύλαγαν τα μποστάνια τους, τα σύκα και τις σταφίδες τους. Η φτώχεια και η πείνα, ανάγκαζαν αρκετούς να απλώνουν το χέρι στα ξένα εισοδήματα για να γεμίσουν την πεινασμένη κοιλιά της πολυμελούς οικογένειας. Έτσι τις νύχτες οι αγρότες έστρωναν σανίδες ή καλαμωτά πάνω σε ξύλινα τρίποδα και κοιμόνταν με ταβάνι τον έναστρο ουρανό και με μουσική υπόκριση τους ήχους των γρύλων και τα κοάσματα των βατράχων.