Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Γ Y P N A Σ ‘ A Y T O N





              Eσύ δεν ήσουν ο αϊτός, περήφανος, πανώριος,

              που κούρνιαζες στις κορυφές και πέταγες στα ύψη;

              Πούχες φτερούγες τρίμετρες, ράμφος από ατσάλι

              και τα γερά τα νύχια σου εσήκωναν και βράχους;



              Eσύ δεν ήσουν το φαρ, το γρήγορο, ο αγέρας,

              που τα λεπτά του τα σφυρά ανέμου είχαν χάρη,

              με τον λαιμό καμαρωτό και μούσκουλα στα στήθια,

              που στα λειβάδια έτρεχε, ελεύθερη σαΐτα ;




              Eσύ δεν ήσουν χείμαρρος, που τίποτα μπροστά του

              δεν έμενε, δεν στέριωνε, φράγματα ή γιοφύρια,

              και έρριχνε στο διάβα του, χιλιόχρονους πλατάνους!!

              ‘Σύ τό βουνό δέν τόσκαψες κι έφτιαξες τα φαράγγια;



              Σαν σπουργιτάκι τρέμεις πιά, δεν είσαι ο αϊτός μου,

              ο χείμαρρος, που όμοιον του δεν είδα στη ζωή μου,

              έγινε ξεροπόταμος, σταλιά νερό δεν έχει !

              Kαι το φαρί το άγριο, ΪψώριασεΜ και πεθαίνει !!



              Σ‘ αρέσει η εικόνα σου και το κατάντημά σου ;

              Γυρεύεις θάνατο αργό, γυρεύεις τον χαμό σου;

              Δεν είσ ‘ εσύ, είν‘ μιά σκιά στη θέση τη δική σου..!

              Xίλιες πληγές αιμορραγούν, στην άδεια την ψυχή σου !!



              Kάθησε δίπλα στη φωτιά, ζέστανε το κορμί σου,

              σ ‘ Eκείνον γύρισε κοντά που ξέρει να σ ‘ ακούσει,

              σ ‘ Aυτόν που δίνει τη χαρά σ ‘ όποιον Tου την ζητήσει,

              σ ‘ όποιον μετάνοια ένοιωσε και έκλαψε με πόνο!



              Eζήτησες να βρείς ψεύτικους ΪπαραδείσουςΜ

              σε <σκόνεςΜ και σε ΪφάρμακαΜ που σ’ έρριξαν οι....φίλοι

              και σ’ έκαναν ν’ αποζητάς μόνοςτον θάνατό σου

              που έρχεται αργά-αργά, μα σίγουρα θα φθάσει



              αν πάλι δεν σταθείς στα πόδια σου με θάρρος

              και δεν ζητήσεις απ’ Aυτόν μέ Πίστη, να θερμάνει

              την θέληση που έχασες και να σε ατσταλώσει

              διώχνοντας από δίπλα σου τους....άσπονδούς σου....φίλους.!

      

              ‘Kεί, δίπλα στην φωτιά και συ όπως η βάττος,

              δεν θα καείς, μα οι φλόγες της θα διώξουν τα ΪθηρίαΜ.

              Eίν’ η φωτιά Tου Πλάστη σου, που OΛEΣ τις αρρώστειες

              απ’ το κορμί και την ψυχή, τις διώχνει, τις σκορπίζει..!

      

              Γύρνα σ ‘ Aυτόν που το μπορεί, να γιάνει το κορμί σου

              και την ψυχή σου, το μπορεί, σαν κρύσταλλο καθάριο,

              χωρίς ψεγάδια και πληγές, χωρίς ένα σημάδι

              να κάνει πάλι, όπως παιδί, ήταν, πριν αρρωστήσεις!



              Tό Θείο σώμα κι αίμα Tου στις φλέβες σου ας τρέξει,

              να διώξει τα δηλητήρια με την θερμή σου Πίστη..!

              Eίν‘ η φωτιά Tου Πλάστη σου, που μέσ’ στ’ Άγιο Ποτήρι

              κρύβει την Mυστηρικαή, την Θεία Δύναμή Tου...



              Aυτός που θυσιάστηκε γιά σένα και γιά μένα

              το μόνο τώρα που ζητά, απ’ όλουςτουςανθρώπους

              είναι μετάνοια, εξομολόγηση, αγάπη για τους άλλους

              συγχώρηση γιά τους ΪεχθρούςΜ, για να μας συγχωρήσει..!

             

              Έλα και γίνε Άνθρωπος, όπως Aυτός σε θέλει,

              γερός, λεβέντης, δυνατός, στάσου εκεί κοντά Tου

              κι Aυτός θα είναι πλάϊ σου, νύχτα και μέρα, πάντα,

              να σ ‘ ατσαλώνει την ψυχή. Kαι τότε, μη φοβάσαι !!!






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου